«

»

Δεκ 11

Ο ΠΑΠΑ-ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ

Ο Κώστας ήταν οδηγός του Μητροπολίτη, μιας επαρχιακής Μητρόπολης. Ο Μητροπολίτη ήταν πολύ γέρος και ανήμπορος. Ήταν στα τελευταία του. Είχε αδυναμία στον Κώστα. Τον βοηθούσε και οικονομικά και σε είδος.Εκεί στη Μητρόπολη όλο και μαζεύονταν τρόφιμα λάδια και τέτοια είδη, τις γιορτές για τους άπορους, κι ο Κώστας είχε πάντα ένα καλό μερίδιο απ’ αυτά. Και τα παγκάρια, που όλα συνεισφέρουν στις Μητροπόλεις, είχαν κι αυτά το κάτι τις τους για τον Κωστάκη μας.

 

Αλλά ο άνθρωπος είναι άπληστο ον. Πάντα θέλει τα πολλά. τα περισσότερα. Έτσι κι ο Κώστας φαντάζονταν συχνά–πυκνά τα λεφτά μέσα στα παγκάρια, αλλά και άλλα λεφτά. Άκουγε τις ιστορίες με τα τυχερά των παπάδων όλης της επισκοπής και γνώριζε άριστα ποια χωριά και ποιες ενορίες έδειχναν χουβαρνταλίκι στις θρησκευτικές υπηρεσίες.

Εκείνο το καιρό ήταν βαριά άρρωστος ο παπάς της Μελιάς. Ήταν η Μελιά κεφαλοχώρι κι ο κόσμος της πολύ θρησκευούμενος. Ο Κώστας είχε ακούσει κάτι παπάδες που μακάριζαν αυτόν που θα έπαιρνε την θέση του ετοιμοθάνατου ιερέα. Μετά άκουσε την ίδια κουβέντα κι από άλλους παπάδες.

Κι εκεί που σκέφτονταν το ζήτημα, του καρφώθηκε η ιδέα να γίνει αυτός ο τυχερός. Όταν λοιπόν πήγε το βράδυ στο σπίτι είπε την ιδέα του στη γυναίκα του, τη μέλλουσα παπαδιά. Όμως εκείνη αντέδρασε. Κι όχι σκεπτόμενη τον εαυτό της αλλά τον χαρακτήρα του άντρα της. Ήξερε καλά τον χαρακτήρα του, που ήταν φορτωμένος με κάθε λογής κουσούρια. Πάντοτε απορούσε πώς τον κρατούσε ο Μητροπολίτης για οδηγό του. Υπέφερε η καημένη αλλά τι να έκανε. Σκέπτονταν τα δυο παιδιά τους κι όλο ανέβαλε τον χωρισμό που είχε στο νου της.

Εσύ λέγε ότι θέλεις, της είπε στο τέλος της συζήτησής. Εγώ μια φορά το πήρα απόφαση. Θα γίνω παπάς. Και μάλιστα της Μελιάς.

Μόλις λοιπόν βρήκε την ευκαιρία το ξεφούρνισε στο Μητροπολίτη του. Και ταίριαξε το πράγμα και γίνανε όλα κατά το θέλημα του Κωστάκη μας. Μέχρι να πεθάνει ο άρρωστος παπάς, ο Κωστάκης ήταν έτοιμος. Βόλεψε και τον Δέσποτα η δουλειά, γιατί από καιρό ήθελε να πάρει για οδηγό του, τον γιο ενός ανεψιού του. Η αλήθεια είναι ότι αναγκάστηκε να στενοχωρήσει δυο επίδοξους μνηστήρες της χηρεύουσας ενορίας, αλλά δε ζορίστηκε και πολύ. Αυτά τα θέματα είναι, ελέω θεού, δικές του και μόνο υποθέσεις.

Εγκαταστάθηκε λοιπόν στη Μελιά ο καινούργιος της παπάς. Μάλιστα σε σπίτι της εκκλησίας που ήταν δέκα βήματα απ’ το ναό. Αφού τακτοποιήθηκε κάπως, βγήκε την πρώτη του βόλτα στο χωριό. Έκατσε σ’ ένα παγκάκι της πλατεία, κάτω απ’ ένα αιωνόβιο πλάτανο δίπλα στο περίπτερο. Πριν χαιρέτησε δυο ηλικιωμένους κυρίους, με τους οποίους έπιασε αμέσως κουβέντα. Αμέσως έδειξε τον άριστο χαρακτήρα του:

Εγώ έχω μάθει ότι όλοι στο χωριό όλοι έχουν βιβλιάρια στην αγροτική τράπεζα, είπε στους χωρικούς.

Τη στιγμή εκείνη αγόραζε τσιγάρα από το περίπτερο ένα εικοσάρης και άκουσε τα λόγια αυτά του παπά. Ήξερε όμως τι κουμάσι ήταν ο παπα Κώστας. Το είχε μάθει από έναν ταξιτζή του χωριού. Ξεχάσαμε να σας πούμε ότι ο παπα-Κώστας ήταν ταξιτζής πριν γίνει οδηγός του μητροπολίτη. Μόλις λοιπόν ο νεαρός άκουσε τον παπά να μιλάει για βιβλιάρια, δεν κρατήθηκε και του είπε:

Μπράβο σου παππούλη, ακόμη δεν πάτησες στο χωριό κι αυτό σε ενδιέφερε να μάθεις, αν οι άνθρωποι εδώ έχουν βιβλιάρια στην τράπεζα! Δηλαδή πού το πας το πράγμα; Αφού έχουν οι άνθρωποι λεφτά, πρέπει να σου το γεμίζουν το παγκάρι αλλά και την τσέπη σου. Έτσι δεν είναι;

Και γυρνώντας στους δυο χωρικούς τους είπε:

Να τον χαίρεστε τον καινούργιο σας παπά.

Οι άνθρωποι έμειναν άφωνοι όπως κι ο παπάς. Ο νεαρός έφυγε χωρίς ν’ ακούσει λέξη. Σχεδόν αμέσως έφυγε κι ο παπάς. Τον ενόχλησε που δεν τον υποστήριξαν αμέσως οι άλλοι.

Ο ένας από τους δυο χωρικούς, ο κυρ Φάνης, που ήταν και επίτροπος της εκκλησίας, υποψιάστηκε ότι ο Νίκος, ο νεαρός που λέγαμε, κάτι θα ήξερε και φέρθηκε τόσο επιθετικά στον παπά. Ήξερε καλά ότι ήταν καλό και ευγενικό παιδί και ότι δεν θα μπορούσε να φερθεί έτσι, αν δεν γνώριζε κάτι παραπάνω για τον παπά. Τον βρήκε λοιπόν και πληροφορήθηκε για τον βίο και την πολιτεία του νέου ιερέα. Το έγραψε μάλιστα καλά στο μυαλό του, το μητρώο του παπά Κώστα. Κι όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται ο ίδιος με τι μέρος του λόγου είχε να κάνει, σκέφτηκε να προχωρήσει στη λήψη προστατευτικών μέτρων.

Πρώτα-πρώτα σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να βάλει στο σχέδιο κανέναν άλλον γιατί δεν εμπιστεύονταν κανέναν. Οι υπόλοιποι της επιτροπής ήταν σκέτα χαϊβάνια. Γι’ αυτό ήταν σίγουρος.

Μετά από λίγο καιρό ήδη είχε σιγουρευτεί για το κλέψιμο του λαδιού από τον παπά. Ο γκαζοτενεκές που μαζεύονταν το λάδι των πιστών, πάντα ήταν λειψός. Βρήκε λοιπόν την ευκαιρία κι έριξε εκεί μέσα μισό λίτρο πετρέλαιο. Το ταρακούνησε και καλά, ν’ ανακατευτεί και περίμενε τ’ αποτελέσματα. Ήξερε ότι για τα καντήλια δεν θα υπήρχε πρόβλημα γιατί τι λάδι τι πετρέλαιο. Τα φυτίλια τα καίνε μια χαρά και τα δυο.

Το σκάνδαλο δεν άργησε να ξεσπάσει. Το ρεζιλίκι όμως το πλήρωσε περισσότερο η φουκαριάρα η παπαδιά. Είχε καλεσμένη στο σπίτι της για καφέ, την αρχικοτσιμπόλα την Μάρθα όταν έγινε το κακό. Ήταν μεσημέρι κι έβαλε η παπαδιά το τηγάνι να τηγανίσει πιπεριές και μελιτζάνες. Κι εκτός που, μόλις ζεστάθηκε το λάδι, άρχισε να μυρίζει το πετρέλαιο, μέχρι να καταλάβουν κι οι δυο τους τι τρέχει, άρπαξε το πετρέλαιο φωτιά και κοντέψανε να καούν, μέχρι να το σβήσουν.

Μέσα σε λίγες ώρες μετά το περιστατικό, όλο το χωριό έλαβε τα μαντάτα: το λάδι της παπαδιάς είχε μέσα πετρέλαιο. Από το πώς και τι, βγήκε το πόρισμα να εξεταστεί κι ο γκαζοτενεκές του λαδιού της εκκλησίας. Κάποιος φρόντισε να οδηγήσει το ζήτημα μέχρις εκεί. Το πόρισμα βγήκε φυσικά θετικό. Η παπαδιά αρρώστησε. Να φανταστείτε ότι όταν πέθανε η κακομοίρα από καρκίνο, μετά από δεκαέξι χρόνια, κάποιοι είπαν ότι απ’ αυτό το ρεζιλίκι μαράζωσε και πήγε η άμοιρη.

Όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το θέμα ξεχάστηκε με τον καιρό, και το λάδι πάντα ήταν άθικτο στο μέρος του.

Αλλά, όπως λέει ο λαός, το γουρούνι και τη μούτσκα του να του κόψεις, αυτό πάλι θα σκαλίζει. Ο κλέφτης ξανακτύπησε. Αυτή τη φορά, όπως αποδείχτηκε, έβαζε χέρι στο παγκάρι. Εκεί που είναι το ψητό.

Ήδη υπήρχαν υποψίες ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε εκεί. Οι ψύλλοι μπήκαν πρώτα στ’ αυτιά του κυρ Φώτη. Συγκεκριμένα ο αδελφός του κυρ Φώτη, που είχε το μεγαλύτερο μπακάλικο στο χωριό, πληροφόρησε τον αδελφό του ότι ο παπάς του πληρώνει κάθε μήνα τα χρέη του με κέρματα. Ο κυρ Φώτης όμως ερεύνησε το θέμα σε βάθος. Είχε δει τον παπα-Κώστα κάποιες φορές στην ταβέρνα του Ντόβα. Η ταβέρνα αυτή ήταν σ’ ένα παραδιπλανό χωριό μέσα σε δροσιές και πλατάνια κι έκανε θραύση. Η γυναίκα του ταβερνιάρη ήταν ανεψιά του Κυρ Φώτη. Έκατσε λοιπόν και την ψάρεψε κι έβγαλε το λαβράκι. Τι λογής λαβράκι ήταν; Ήταν ότι ο παπα-Κώστας συχνά πυκνά της έφερνε μια σακούλα κέρματα για να του τα ξαργυρώνει σε χάρτινα. Μάλιστα διαμαρτυρήθηκε, στον θειο της ότι ήταν γι’ αυτή μεγάλος μπελάς να κάθεται και να μετράει τόσα κέρματα.

Α, έτσι πουλάκι μου, είπε από μέσα του ο κυρ Φώτης. Πού θα μου πας; Θα βρω εγώ τρόπο και θα σε τσακώσω.

Ο παπάς, άμα δεν το γνωρίζεται, είναι επί κεφαλής της εκκλησιαστικής επιτροπής. Ο δικός μας λοιπόν είχε τα τρία κλειδιά από τα παγκάρια. Το ένα ήταν της κεντρικής εκκλησίας του χωριού, που ήταν του Σταυρού. Είχε το χωριό και άλλες δυο μικρότερες εκκλησίες, με τα παγκάρια τους κι αυτές. Η μια της Αναλήψεως κι άλλη του αγίου Γεωργίου. Κατά διαστήματα, ο παπάς μαζί με τους επιτρόπους, ανοίγανε τα παγκάρια, μετρούσαν τα χρήματα, γράφανε τα ποσά στα κιτάπια τους, ξεχωρίζανε όσα ήταν αναλογικά για τον Μητροπολίτη και γενικώς κάνανε το κουμάντο τους οι άνθρωποι.

Ο κυρ Φώτης μας λοιπόν άρχισε να βασανίζει το μυαλό του για να βρει τρόπο να σταματήσει αυτό το κακό. Ήταν σίγουρος ότι ο παπάς, έβαζε χέρι στο παγκάρι. Όσο όμως κι αν το δούλευε στο νου του ιδέα δεν του κατέβαινε καμμιά. Αλλά αν ο άνθρωπος βάλει κάτι στο μυαλό του, για τα καλά, κάτι θα πετύχει στο τέλος. Έτσι και του κυρ Φώτη μας, μια ωραία πρωία του κατέβηκε η έμπνευσή.

Στην επόμενη χρηματο-μετριτική σύναξη της επιτροπής, μόλις τέλειωσαν οι εργασίες του συνεδρίου, αμόλησε τη ρουκέτα:

Ακούστε να σας πω κύριοι, τώρα που έχω να σας κάνω μια πρόταση. Στη ταβέρνα προχθές που ήμουνα, του Ντόβα – μόλις δε είπε του Ντόβα, γύρισε και κύτταξε τον παπά στα μάτια, με ένα ειρωνικό και συνάμα αυστηρό ύφος – στη ταβέρνα του Ντόβα, επανέλαβε, άκουσα μια ιστορία που με στεναχώρησε αλλά και με φόβισε πολύ. Να μη δώσει ο θεός και πάθουμε κι εμείς τέτοιο κακό.

Μέχρι να πει την τελευταία πρόταση δεν του έδωσαν και τόσο σημασία οι άλλοι. Όταν όμως άκουσαν το εμείς, τότε έστρεψαν την προσοχή τους αμέσως επάνω του.

Για πες μας Φώτη τι άκουσες και φοβήθηκες τόσο πολύ, τον ρώτησε ο παπάς.

Που λέτε, συζητούσαν δυο ξένοι – πρώτη μου φορά τους έβλεπα, κι ούτε έμαθα τελικά από πούθε είναι – για ένα κακό που πάθανε στο χωριό τους. Μόλις άκουσα ότι ήταν για την εκκλησία τους και τον παπά τους, έστησα αμέσως αυτί και τ’ άκουσα όλα. Κάποιοι κλέφτες, λέει, έκλεψαν το παγκάρι της εκκλησίας του χωριού τους.

Έ, αυτά συμβαίνουν που και που, είπε κάποιος.

Ναι, αλλά βγήκε άλλο κακό στη μέση, χειρότερο από το πρώτο.

Δηλαδή; Ρώτησε ο παπάς.

Να, οι κλέφτες δεν έσπασαν την κλειδαριά αλλά την ξεκλείδωσαν. Άφησαν και λίγα χρήματα μέσα και την ξανακλείδωσαν. Κι όταν πήγαν να τα βγάλουν οι επίτροποι με τον παπά τους βρήκαν το παγκάρι σχεδόν άδειο. Αυτοί βέβαια ξέρανε πόσα περίπου έπρεπε να έχει μέσα, γιατί είχαν καιρό να το ανοίξουν.

Μπράβο, πετάχτηκε κάποιος, είδες άφησαν και κάτι οι άνθρωποι και για την εκκλησιά. Αυτοί ήταν αλλιώτικοι κλέφτες από τους συνηθισμένους.

Περίμενε γιατί το κακό άρχισε από κει και πέρα.

Δηλαδή, ρώτησε πάλι ο παπά-Κώστας.

Παπά μου, πάντοτε θα βρεθούν και κακές γλώσσες μέσα σ’ ένα χωριό, συνέχισε ο κυρ Φώτης. Βγάλανε λοιπόν κάποιοι βρόμα ότι ο παπάς τους την έκανε τη δουλειά. Κι άντε τώρα ο δόλιος ν’ αποδείξει την αθωότητά του. Λένε κι οι τηλεοράσεις τον τελευταίο καιρό τόσα για τους παπάδες. Τι να σας πω. Εγώ αν ήμουνα στη θέση του νομίζω ότι θα τρελαινόμουν. Πέστε ότι παθαίναμε εμείς αυτή τη συμφορά. Τι θα κάναμε; Και τώρα μ’ αυτή τη φτώχια που έπεσε τελευταία μπορεί να μας χτυπήσει και μας τέτοιο κακό. Εγώ όμως βρήκα τον τέλειο τρόπο ν’ αποφύγουμε δια παντός αυτό το ενδεχόμενο.

Μόλις άκουσε ο παπά-Κώστας την τελευταία κουβέντα του κυρ Φώτη, αισθάνθηκε μια μαχαιριά στα σωθικά του. η διαίσθησή του τού έλεγε ότι το παγκάρι ήταν γι’ αυτόν μια τελειωμένη ιστορία. Η αγωνία του κτύπησε κόκκινο. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του δίχως το παγκάρι.

Προσέξτε τι θα κάνουμε, συνέχισε ο κυρ Φώτης. Θα αγοράσουμε δυο κλειδαριές ασφαλείας. Η κλειδωνιά του παγκαριού τις χωράει άνετα.

Ο παπά-Κώστας αμέσως αντιλήφθηκε ότι το κακό, που υποψιάστηκε, είχε ήδη συντελεστεί. Ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του.

Οι κλειδαριές αυτές, συνέχισε ο κυρ Φώτης, έχουν τέσσερα κλειδιά η κάθε μια. Εμείς θα κρατήσουμε το ένα και θα σπάσουμε τ’ άλλα τρία και των δυο.

Γιατί να τα σπάσουμε, ρώτησε κάποιος;

Περίμενε και θα δεις, είπε ο Κυρ Φώτης. Θα κλειδώνουμε λοιπόν το παγκάρι και με τις δυο κλειδαριές. Το ένα κλειδί θα το έχει ένας επίτροπος και το άλλο ο παπάς μας. Έτσι ότι κι αν συμβεί, κανείς δεν θα μπορεί να κατηγορήσει ποτέ τον παπά μας.

Μωρέ μπράβο ρε Φώτη, είπε κάποιος, και πώς το σκέφτηκες αυτό; Γιατί το βλέπω να είναι πολύ τέλειο πράμμα.

Πώς το σκέφτηκα; Το σκέφτηκα γιατί δεν θέλω να βρει τέτοια συμφορά και τον δικό μας παπά. Οι καιροί γίνανε πολύ πονηροί. Γέμισε ο ντουνιάς με κλέφτες και συκοφάντες. Κι εμείς θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια; Να μη μπορούμε να προστατέψουμε την τιμή και την υπόληψή μας. Εσύ τι λες παπα-Κώστα;

Καλά τα λες, αλλά σαν πολύ μου φαίνεται να σε κυρίεψε ο φόβος αυτός, τόλμησε να πει ο παπάς.

Ήταν η μόνη απόπειρα που μπόρεσε να κάνει, μπας και κρατήσει το προνόμιο, που έβλεπε να εξανεμίζεται μπροστά του. Έπρεπε κάποια προσπάθεια να κάνει, έστω και χλιαρή. Τις ελπίδες του όμως τις έχασε οριστικά όταν άκουσε τον ποιο κολλητό του επίτροπο να του λέει:

Παπα-Κώστα, έτσι πρέπει να κάνουμε, όπως πρότεινε ο Φώτης. Τώρα που το σκέφτομαι εμένα δε χωράει στο μυαλό μου να μας έβρει καμμιά τέτοια συμφορά. Τι λέτε και σεις;

Κοντολογίς πάρθηκε ομόφωνα η απόφαση να υλοποιηθεί η πρόταση του Κυρ Φώτη. Αναγκάστηκε φυσικά κι ο παπάς να συναινέσει, μιας που το σχέδιο απέβλεπε κυρίως στην προστασία του. Ο κυρ Φώτης τον έβαλε τον ποντικό μέσα στη φάκα για τα καλά. Για τ’ άλλα δυο παγκάρια δεν έγινε λόγος. Θέλεις γιατί τα ξεχάσανε, θέλεις γιατί τα ποσά τους δεν ήταν και τόσο αξιόλογα, κανείς δεν ανάφερε κάτι γι’ αυτά.

Έτσι σταμάτησε η τροφοδοσία της ταβέρνα του Ντόβα με ψιλά και οι πληρωμές στο μπακάλικο με κέρματα. Πύκνωσαν όμως οι επισκέψεις του παπά-Κώστα στ’ άλλα δυο παγκάρια. Σ’ αυτά που είχε ακόμα τα κλειδιά μόνος του. Απ’ τ’ ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα, λέει ο λαός.

Ο παπά-Κώστας είχε κι ένα γιο, που βγήκε μεγαλύτερη μάρκα απ’ τον πατέρα του. Αυτός ο Σάκης λοιπόν, να φανταστείτε εκβίαζε συνεχώς, με διάφορους τρόπους τον πατέρα του. Ας πούμε, το Πάσχα, τον απειλούσε ότι, αν δεν του έδινε τα λεφτά που του ζητούσε, θα έβγαινε να πει στον κόσμο ότι την μεγάλη Παρασκευή ο παπάς έτρωγε κοτόπουλο. Και ήταν τότε μόλις οκτώ χρονών το διαολόσπερμα.

Ξεχάσαμε, μ΄ όλες αυτές τις ιστορίες, να σας πούμε ότι ο παπα-Κώστας το έπαιζε μέσ’ το χωριό άγιος. Τύφλα να ’χουνε οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι με τα χλωμά μπογιατίσματά τους τη εποχή των νηστειών. Αυτός το κατάφερνε και χωρίς μπογιές. Κι ας έτρωγε κρέατα και κότες τη μεγάλη εβδομάδα. Τώρα να μη μας ρωτήσει κανείς το πώς και το γιατί κατάφερνε να ξεγελά τους ενορίτες του. Εκτός κι αν κάποιος απέχει εντελώς από τέτοια και δεν γνωρίζει το τι σόι άνθρωποι συχνάζουν στις εκκλησιές. Διότι η καλλιέργεια της υποκρισίας και της αποβλάκωσης, καλλιεργείται εκεί αιώνες επί αιώνων. «Μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι». Δεν το λέμε εμείς αυτό. Ο ίδιος ο Χριστός το είπε. Αμέ! Στην επί του όρους ομιλία.

Κι αν δεν σας αρκεί αυτό να ακούσετε και τον φωστήρα τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο:

«Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία. Και για να καταδείξει τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει (αναφέρεται σε λεγόμενα του Αποστόλου Παύλου): Αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερο την δουλείαν, δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να μείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι δεν βλάπτει καθόλου η δουλεία αλλ’ ωφελεί μάλιστα». Εις Α΄ Κορινθίους Ομιλία, ΙΘ΄ σελ. 535 («ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς» 1980).

Έτσι τους θέλει το παπαδαριό τους υποτακτικούς του κι έτσι τους κατάντησε.

Όταν μεγάλωσε λοιπόν ο Σάκης, μεγάλωσαν φυσικά και οι οικονομικές του ανάγκες. Είχε πάρει χαμπάρι τον πατέρα του που ξάφριζε τα παγκάρια και μια μέρα είπε να τον ξελαφρώσει από τον κόπο ν’ ανέβει μέχρι εκεί πάνω στο λόφο που ήταν η εκκλησιά της Αναλήψεως. Έκλεψε λοιπόν το κλειδί και ανέβηκε στην εκκλησιά. Έχωσε το κλειδί μέσα στην τρύπα της κλειδαριάς και το έστριψε. Εκεί πάνω στο στρίψιμο έγινε το κακό. Έσπασε το κλειδί κι απόμεινε το μισό στο χέρι του και το μισό μέσα στην κλειδαριά.

Γαμώ τη τύχη μου τη μαύρη ξεφώνησε μέσα στην εκκλησιά.

Κι όσο κι αν προσπάθησε το σπασμένο κλειδί δεν έλεγε να βγει με τίποτε. Αναγκάστηκε μάλιστα να φύγει άρον-άρον γιατί αντιλήφτηκε ότι κάποιοι έρχονταν να μπουν μέσα στην εκκλησιά. Τα παράτησε λοιπόν κι έφυγε. Πέρασε σκυφτός πίσω από τα στασίδια, για να μη τον δούνε οι επισκέπτες, μπήκε στο ιερό και το έσκασε τροχάδην από το πορτάκι που υπήρχε εκεί. Δεν πρόλαβε όμως να βγάλει το σύρμα, πάνω από την κλειδαριά, με το οποίο προσπαθούσε να τραβήξει το σπασμένο κλειδί από μέσα της.

Όταν λοιπόν ο πρώτος από τους επισκέπτες έφτασε μπροστά στο παγκάρι, για να ρίξει μέσα τον οβολό του, έπεσε το μάτι του απάνω στο σύρμα που κρέμονταν από την τρύπα της κλειδαριάς. Αφού πλησίασε το μάτι του στην κλειδαριά, αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί, γιατί είδε μέσα το σπασμένο κλειδί. Φώναξε και τι άλλες δυο κυρίες που συνόδευε και τις έδειξε να το δουν κι αυτές. Ήταν ολοφάνερο ότι κάποιος πήγε να ξεκλειδώσει την κλειδαριά αλλά απότυχε. Όταν λοιπόν κατέβηκαν στο χωριό, με το που έφτασαν στη πλατεία, μπήκαν στο μπακάλικο του αδερφού του κυρ Φώτη, γιατί ήταν το πρώτο μαγαζί που έπεφτε στο δρόμο τους. Του περιέγραψαν το τι είδαν στο παγκάρι της εκκλησιάς κι έφυγαν καθησυχασμένοι, διότι ο μπακάλης τους υποσχέθηκε πως θα ενημέρωνε αμέσως τον παπά του χωριού. Αυτός όμως ενημέρωσε αμέσως τον αδερφό του, τον κυρ Φώτη.

Ο κυρ Φώτης, στην αρχή, δεν υποψιάστηκε καθόλου τον παπά. Κι ένας λόγος ήταν που υπήρχε σπασμένο κλειδί κι υπόθεσε ότι κάποιος προσπάθησε να διαρρήξει τη κλειδαριά με κάποιο κλειδί παρόμοιο. Βρήκε αμέσως κι άλλους δυο επιτρόπους και όλοι τους μαζί πήγαν να βρουν τον παπα-Κώστα. Τον βρήκαν στο σπίτι του.

Παπά σήκω να πάμε στην Ανάληψη. Κάποιος πήγε να βάλει χέρι στο παγκάρι. Πάρε και το κλειδί μαζί σου, του είπε ο κυρ Φώτης.

Μισό λεπτό να ρίξω κάτι πάνω μου κι έρχομαι.

Μπήκε λοιπόν μέσα στο σπίτι του και βγήκε αμέσως με το πανωφόρι του. Τα κλειδιά από το δυο παγκάρια, της αποκλειστική αρμοδιότητάς του, τα κουβαλούσε πάντα πάνω του. Έτσι δεν νοιάστηκε καν να τα ψαχουλέψει στη τσέπη του. Ήταν και που ήταν, τουλάχιστον σ΄ αυτή τη φάση, εκατό τα εκατό αθώος, έσπευσε με μεγάλο ενδιαφέρον κι απορία να δει τι τρέχει. Ακούς εκεί να θελήσει κι άλλος ν’ ανακατευτεί σ’ αυτή τη δουλειά, που ήταν αποκλειστικά δικιά του. Να θέλει να μπει συνέταιρός του με το στανιό!

Στο δρόμο φυσικά ο κυρ Φώτης του εξήγησε τα καθέκαστα. Απ’ ότι υπολόγισε κι αυτός, όπως κι ο κυρ Φώτης, ήταν ολοφάνερα μια απόπειρα διάρρηξης, με κάποιο κλειδί που έμπαινε κι αυτό μεν στην τρύπα της κλειδαριά, αλλά δεν μπορούσε να την ανοίξει, κι έτσι από το ζόρισμα έσπασε μέσα.

Όταν έφτασαν και μπήκαν στην εκκλησιά έτρεξαν όλοι τους στο παγκάρι. Αφού περιεργάστηκαν την κλειδαριά, έπιασε ο παπάς και τράβηξε έξω το σύρμα που κρέμονταν από την τρύπα που έμπαινε το κλειδί. Η κλειδαριά ήταν ένα πρωτόγονο παλιογκαιρίστικο κατασκεύασμα από χοντρή λαμαρίνα. Κι όπως το συχνόμπαζε φαίνεται εκεί μέσα το κλειδί ο παπα-Κώστας και το στριφογύριζε, η λαμαρινένια τρύπα τρόχιζε το κλειδί, το αδυνάτιζε και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του να κοπεί. Με λίγη προσπάθεια το σπασμένο κομμάτι του κλειδιού βγήκε.

Μόλις βγήκε το κλειδί λέει ο κυρ Φώτης του παπά: παπα-Κώστα δεν τ’ ανοίγει να δούμε τι γίνεται και μέσα;

Και δεν το βλέπουμε, απάντησε ο παπάς. Έχωσε λοιπόν το χέρι του μέσα στη τσέπη, που ήξερε πως έβαζε το κλειδί, αλλά κλειδί δεν έβρισκε. Έψαξε και στις άλλες, ξανά τις πήρε από την αρχή, όμως κλειδί δεν υπήρχε σε καμμιά.

Άρχισε μεν ν’ ανησυχεί κάπως αλλά την ψυχραιμία του την είχε ολάκερη, γιατί ήξερε ότι δεν είχε κάνει ο ίδιος τίποτε. Γύρισε τότε στους άλλους και τους είπε: θα το ξέχασα στο σπίτι. Πάμε τώρα και το βλέπουμε άλλη φορά.

Μόλις όμως το είπε αυτό πρόσεξε ότι το ύφος των τριών επιτρόπων πήρε ένα χρώμα δυσπιστίας και άρνησης. Μάλιστα του φάνηκε σαν να διάβασε στο πρόσωπο του κυρ Φώτη τη φράση: αν δε φέρεις τώρα το κλειδί εμείς δε φεύγουμε από δω. Βάλε και τη σιγουριά της αθωότητας που αισθανόταν πήρε την απόφαση και τους είπε:

Καλά, θα πάω να φέρω το κλειδί. Εσείς να με περιμένετε εδώ.

Κατέβηκε λοιπόν στο σπίτι του, έψαξε από δω, έψαξε από κει, ρώτησε και τη παπαδιά μπας και το συμμάζεψε πουθενά, αλλά κλειδί δεν υπήρχε πουθενά. Άρχισε να τον κόβει κρύος ιδρώτας. Ποιος να τον πιστέψει τώρα πως το σπάσιμο του κλειδιού του κλέφτη και το χάσιμο του δικού του, την ίδια ώρα, ήταν εντελώς συμπτωματικό. Σίγουρα κανείς. Μόλις όμως είπε μέσα του κανείς, τότε έπεσε η υποψία στον αλήτη τον γιο του. Αυτός μόνο, σκέφτηκε, ήταν σε θέση να φτάσει μέχρις εκεί. Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώς, το ρεζιλίκι και την ξεφτίλα δεν θα μπορούσε να την αποφύγει με τίποτα. Το μυαλό του κόλλησε εντελώς γι’ αρκετή ώρα.

Μόλις συνήλθε λιγάκι, σκέφτηκε και τους άλλους που περίμεναν πάνω στην Ανάληψη. Τώρα τι να τους έλεγε τους ανθρώπους. Τι να σκεφτεί με μουδιασμένο εγκέφαλο. Αποφάσισε μέσα στην απελπισία του και τους έστειλε μήνυμα, με τον μικρό του γιο, να σηκωθούν και να φύγουν και ότι την άλλη μέρα θα τους έβρισκε ο ίδιος του.

Τώρα θα περιμένατε βέβαια στη συνέχεια να ακολουθήσουν δραματικές περιπέτειες και παθήματα και ρεζιλίκια στο πεπρωμένο του παπά. Με το δίκιο σας φυσικά. Όμως η πραγματικότητα άλλα μας επιφυλάσσει. Ούτε ο παπάς πήγε την επόμενη μέρα να βρει τους επιτρόπους, ούτε οι επίτροποι πήγαν να τον βρουν κι ούτε ποτέ ξανάγινε θέμα για το χαμένο κλειδί του παπα-Κώστα, παρ’ όλο που έκτοτε συναντήθηκαν συναμεταξύ τους εκατοντάδες φορές, παπάς και επίτροποι. Και όλο το χωριό έμαθε για το συμβάν αυτό και όλοι το σχολίασαν και κανείς δεν ζήτησε τα ρέστε από τον παπά. Διότι η θρησκεία αυτουνού του παπά λέει ότι: «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους». Πέτρου 2. 13.

Όμως μέσα στα πρόβατα βρίσκεται που και που και κανένα κατσίκι. Έτσι βρέθηκε κι ένα κατσίκι, μέσα στο κοπάδι του παπα-Κώστα και τον έσυρε στα δικαστήρια, τα οποία τον καταδίκασαν. Για να πούμε όμως την πάσα αλήθεια πρόκειται για ένα πρόβατο που μεταλλάχτηκε σε κατσίκι, λόγω της αφόρητης αδικίας του παπα-Κώστα, που του άσκησε ο αθεόφοβος εις βάρος της ακίνητης περιουσίας του.

Είχε πλέον πέντε παιδιά ο τραγόπαπας και το σπίτι που μένανε άρχισε να τους στενοχωρεί αφόρητα. Αγόρασε λοιπόν το διπλανό οικόπεδο, έβγαλε άδεια για πενήντα τετραγωνικά μέτρα από την πολεοδομία, κανονικά και με το νόμο κι άρχισε να κτίζει μια σπιταρόνα των τριακοσίων τετραγωνικών και βάλε.

Κι ενώ το οικόπεδο του έφτανε και του περίσσευε, μπήκε δυο ολάκερα μέτρα μέσα στο οικόπεδο ενός από τους γειτόνους του, με το έτσι θέλω. Η εισβολή ήταν κραυγαλέα διότι τα οικόπεδα στην περιοχή εκείνη διέθεταν, αντί για απλούς φράκτες, πετροντούβαρα πάχους ενός μέτρου και άλλου τόσου ύψους.

Την ψώνισε, που λέτε, ο άνθρωπος και τον έσυρε τον παπά στα δικαστήρια. Στα έδρανα όμως των δικαστηρίων δεν κάθονται πρόβατα. Και τον περιλάβανε οι δικαστές τον παπα-Κλέφτη και τον περιποιήθηκαν του καλού καιρού. Και μ’ όλες τις δίκες και τα εφετεία τον καταδικάσανε εφτά φορές τον ερίφη. Τον ανάγκασαν και να τραβηχτεί πίσω στο μέρος του, και να πληρώσει καμπόσα εκατομμύρια πρόστιμο για τα παράνομα τετραγωνικά που έκτισε.

Αναθάρρησαν τότε και κάποιοι άλλοι εξαπατημένοι και βγάλανε κι άλλα άπλυτα του στη φόρα. Όπως η κυρά Μαρία, που του είχε δώσει τετρακόσιες ολόκληρες χιλιάδες δραχμές, η χαζοβιόλα, για να εικονογραφήσει, λέει, την εκκλησιά της Αναλήψεως.

Προσέξτε τώρα να θαυμάσετε, από την μια μεριά το απύθμενο θράσος αυτουνού του παπά κι από την άλλα την απύθμενη δουλικότητα του χριστεπωνύμου πληρώματος. Όσο καιρό δεν είχε γίνει ακόμα τακτικός θαμώνας των δικαστηρίων, ο παπα-Κλέφτης αυτός δεν είχε αναφέρει ποτέ στα κηρύγματά του, το θέμα της ακοινωνησίας των καταδικασθέντων από δικαστήριο. Όταν όμως καταδικάστηκε ο ίδιος τότε άρχισε να συνιστά την προσοχή του ποιμνίου του στο ζήτημα αυτό. Τους έλεγε δηλαδή ότι όποιος ήταν καταδικασμένος έπρεπε να του το πει για να μη τον κοινωνήσει. Γι’ αυτόν όμως το επιτίμιο αυτό δεν ίσχυε. Ξέρετε, οι πατέρες της εκκλησίας αποφάνθηκαν ότι ο ιερεύς όσο αμαρτωλός κι αν είναι, όταν εισέρχεται στο ιερό βήμα, τότε οι αμαρτίες του βγάζουν φτερά και πετούν μακριά απ’ αυτόν. Μάλιστα. Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει.

Ο αθεόφοβος παπα-Κώστας, όταν του βάλανε λουκέτο στο παγκάρι της κεντρικής εκκλησιάς, βρήκε σύντομα τρόπο να οικονομήσει λεφτά απ’ αλλού. Με τη σειρά λοιπόν γκρέμισε και τις δυο εκκλησίες, πρώτα της Αναλήψεως και μετά του αγίου Γεωργίου. Τι δωρεές χωρίς αποδείξεις, τι εράνους, τι προσφορές, τι ύποπτες και άνομες συναλλαγές με τις μάντρες των υλικών, γκρέμισε ο αθεόφοβος δυο εκκλησιές για να κτίσει το δικό του το σπίτι. Δυο σπίτια του θεού για ένα δικό του. Επί πλέον να συνυπολογιστεί στο μητρώο του ότι η εκκλησία της Αναλήψεως ήταν παλιά, με τεράστια αρχαιολογική αξία, παληού μακεδονικού ρυθμού, και της είχε αλλαχτεί πρόσφατα όλη η κεραμοσκεπή της.

Κι όλ’ αυτά υπό τα βλέμματα του θεού του παπα-Κλέφτη. Γιατί, αν δεν το γνωρίζετε, πρέπει να μάθετε ότι στον κόσμο αυτό, ούτε ένα φύλλο δεν μπορεί να πέσει από τα δένδρα, δίχως την θέληση του χριστιανικού θεού. Και αυτός ο θεός επί πλέον είναι πανταχού παρών και βλέπει τα πάντα.

Και μια που το έφερε η κουβέντα, θα σας προφυλάξουμε τώρα από ένα σοβαρό ατύχημα που μπορείτε να πάθετε, δίχως να το θέλετε, αν τύχει να κάνετε τα κακά σας στο ύπαιθρο. Πρέπει να τα σκεπάσετε οπωσδήποτε διότι: «και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!! Αγία Γραφή, Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15.

Και να ξέρετε πως υφίσταται η υποχρέωση αυτή διότι και η Παλαιά Διαθήκη είναι ιερό βιβλίο του χριστιανισμού. Αν κανείς δεν χώνευε τ’ αρχαία στο σχολείο, σίγουρα δεν θα έχει καταλάβει τι λέει εδώ η Αγία Γραφή. Λέει λοιπόν πως όποιος κάνει την ανάγκη του έξω, πρέπει ν’ ανοίξει μια τρύπα κι εκεί μέσα να σκεπάσει τα κακά του γιατί μπορεί να περάσει από κει ο θεός και… θεός φυλάξει!

Έγινε κι ένα επεισόδιο όταν ξανάφτιαχνε ο παπα-Κλέφτης τον ναό του Αγίου Γεωργίου. Κάποιος πιστός θέλησε να προσφέρει ένα σεβαστό ποσό για την επανοικοδόμηση του ναού. Επειδή όμως γνώριζε πολύ καλά τον βίο και την πολιτεία του αθεόφοβου παπά, πήγε κι έδωσε το ποσό αυτό κατευθείαν στον εργολάβο που είχε αναλάβει τις εργασίες. Όταν λοιπόν το έμαθε ο παπα-Κλέφτης αυτό έγινε Τούρκος. Διότι, προσέξτε, τι κακό τον χτύπησε. Κακό τριπλό και άκρος επικίνδυνο και καταστροφικό.

Πρώτον. Ο κύριος αυτό, με την χειρονομία που έκανε, αμφισβήτησε στα ίσα την εντιμότητά του. Κι ακόμα περισσότερο διότι και ο ίδιος, αλλά κι όλο του το σόι, ήταν άνθρωποι θεοσεβούμενοι με μεγάλη ιστορική παράδοση στο θέμα αυτό. Οι μισοί απ’ το σόι αυτό διετέλεσαν εκκλησιαστικοί επίτροποι με αδιάβλητο ήθος άπαντες. Το πλήγμα λοιπόν απ’ αυτή την πλευρά ήταν πολύ φαρμακερό.

Δεύτερον. Το ποσό ήταν πολύ σεβαστό κι θα έχανε μεγάλη ρεμούλα.

Τρίτο και χειρότερο. Αν γινόταν μόδα η χειρονομία του ανθρώπου αυτού, να πηγαίνουν τα λεφτά απ’ ευθείας στους εργολάβους, τότε σίγουρα μπορεί οι εκκλησιές να τελειώνανε κι οι δυο, αλλά σίγουρα το δικό του το σπίτι θα έμενε στη μέση.

Όταν λοιπόν πληροφορήθηκε το γεγονός, του ανορθόδοξου τρόπου, της προσφοράς αυτής, ο παπα-Κλέφτης, όπως σας είπαμε, λύσσιαξε ο σκύλος από το κακό του. Τρεις μέρες δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Δεν έβρισκε τρόπο να πιαστεί από πουθενά. Το πλήγμα ήταν ισχυρό κι αυτός ένιωθε εντελώς αδύνατος ν’ απαντήσει. Ν’ αποτρέψει το κακό που ήταν αδύνατο να διορθωθεί. Σα να βλέπεις την πληγή σου ανοιχτή και να μη μπορείς να βάλεις απάνω της τίποτα απολύτως.

Υπήρχε λόγος που αισθάνονταν έτσι. Μάλλον δυο λόγοι, για την ακρίβεια. Τον έναν τον αναφέραμε ήδη. Ήταν το αδιάβλητο του δωρητή. Ο άλλος λόγος ήταν ότι ο εργολάβος ήταν ένα παιδί μάλαμα που τον αγαπούσε υπερβολικά όλο το χωριό, επειδή βοηθούσε τους πάντες και προ παντός τους ανήμπορους. Επί πλέον ήξερε ο τραγόπαπας ότι ο εργολάβος αυτός είχε αντιληφθεί κάποιες από τις οικονομικές ατασθαλίες του, αλλά έκανε κι αυτός όπως και κάποιοι άλλοι τα στραβά μάτια.

Κάποια στιγμή όμως, φαίνεται τον λυπήθηκε ο θεός του, τον φώτισε και βρήκε έναν τρόπο ν’ αντιδράσει. Τη επόμενη λοιπόν Κυριακή στο κήρυγμά του – ο αγράμματος κι αστοιχείωτος τολμούσε ακόμα κι αυτό – έτσι εντελώς στα ξεκάρφωτα και στα ίσια, κήρυξε το απαράδεκτο της παραβίασης του πρωτοκόλλου του, όσο αφορά στα ζητήματα των δωρεών προς την εκκλησία, που ήταν η μη παράδοση του ρευστού σ’ αυτόν τον ίδιο αλλά στους εργολάβους! Ότι δηλαδή η πράξη αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τις παραδώσεις της εκκλησίας και άρα ήταν αμάρτημα.

Όπως ήταν φυσικό η χειρονομία αυτή εξόργισε για τα καλά τους δυο «αμαρτωλούς» που υπέπεσαν στο συγκεκριμένο παράπτωμα. Ο μεν δωρητής, που ήταν παρών στο κήρυγμα, μόλις άκουσε για τα περί της ενοχής του, σηκώθηκε επιδεικτικά και αποχώρησε από την εκκλησία. Ο δε εργολάβος, που απουσίαζε, μόλις έμαθε τα καθέκαστα, έγινε πυρ και μανία. Μάλιστα δήλωσε, μπροστά σε πολύ κόσμο, ότι δεν επρόκειτο να πατήσει ξανά το πόδι του στην εκκλησία.

Μέχρι και πολλοί άλλοι χωριανοί χαρακτήρισαν το θράσος αυτό του παπα-Κλέφτη απαράδεκτο. Και μη φανταστείτε πως ξίνισε ο τραχανάς του τραγόπαπα. Σε δυο τρεις μήνες το επεισόδιο ξεχάστηκε σχεδόν εντελώς. Κι ο δωρητής πηγαίνει μια χαρά στην εκκλησία κι ο εργολάβος αθέτησε, με την πρώτη ευκαιρία, την υπόσχεσή του ανεκκλησιασμού του. Οι δούλοι του θεού, ξέρουν να συγχωρούν τους αντιπροσώπους του. Εξάλλου, όταν κάποιος σε μπατσίσει στο ένα μάγουλο, όπως είπε ο αρχηγός της θρησκείας τους, τότε πρέπει να του γυρίσεις και το άλλο. Πόσο μάλλον όταν αυτός που σε χτύπησε είναι και αντιπρόσωπος του θεού επί της γης.

Έτσι, που λέτε, πορευόμενος ο παπα-Κλέφτης έζησε και βασίλεψε ανάμεσα στο πιστό ποίμνιό του. Παρ’ όλη δε αυτή την άνετη βασιλεία του, ο αθεόφοβος έβαλε πλώρη και γι’ ανώτερα. Η απληστία του ποτέ δεν θα έφτανε σ’ αυτό το σκαλοπάτι που λέγεται ικανοποίηση.

Από χρόνια μεθόδευε ένα σχέδιο βελτίωσης των οικονομικών του πραγμάτων. Βαρέθηκε τη στενότητα του χωριού και ήθελε να πάει στη Θεσσαλονίκη. Είχε πιάσει μαγιά σε μια Μητρόπολή της. Του είχε βαφτίσει ένα παιδί ο Δεσπότης της Μητροπόλεως αυτής. Κρατούσε λοιπόν τακτικό δεσμό μαζί του και του έστελνε συχνά πυκνά δωράκια.

Επί πλέον ο Μητροπολίτης αυτός είχε βαφτίσει και την κόρη του μεγάλου γιου του, που ζούσε εκεί. Αυτός, ο μεγάλος γιος του, είχε πολύ στενές σχέσεις με τον Δέσποτα. Ήταν, να πούμε το δεξί του χέρι. Μέχρι που κάποια στιγμή ο Δεσπότης τον έκανε προσωπικό του οδηγό.

Φαίνεται ότι ο παπάς μας, είχε δασκαλέψει καλά τον γιο του, πώς να κερδίσει τη θέση αυτή. Τώρα που ο παπα-Κλέφτης είχε καθημερινή επαφή με τον Δεσπότη, μέσω του γιου του φυσικά, έβαλε σιγά-σιγά μπροστά το σχέδιο. Ποιο ήταν το σχέδιο αυτό.

Όταν επισκέπτονταν ο μεγάλος γιος τον πατέρα του στο χωριό, ήταν επόμενο, μεταξύ των άλλων, να κάνουν κουβέντα και για τα οικονομικά του παπαδαριού της μεγαλούπολης. Ποιος οικονομούσε και πόσα. Λέγανε το ένα λέγανε το άλλο, αλλά πάντοτε ξεχώριζε σ’ ενδιαφέρον μια περίπτωση που όταν έρχοταν η σειρά της τρέχανε τα σάλια του παπα-Κλέφτη σαν βροχή. Ήτανε ένα νεκροταφείο της επισκοπής, που οι τρεις παπάδες που το κουμαντάρανε κολυμπούσαν στο χρήμα. Είχαν βέβαια υψηλή φορολογική κλίμακα από τον Μητροπολίτη, αλλά κι αυτά που τους μένανε ήταν πολλά. Πάρα πολλά. Ολημερίς ρίχνανε τρισάγια πάνω στα μνήματα και με δυο κατεβατά, ταχύτητας σπίκερ, τσιμπούσαν από τάλιρο και πάνω. Σωστό κοφτήριο.

Όρκισε το γιο του λοιπόν ο άπληστος να παρακολουθεί πότε θα είναι ώρα γι’ αλλαγή φρουράς στο κοιμητήριο αυτό. Κι αφού όλα ήταν υπό παρακολούθηση και υπό έλεγχο, όταν ήρθε η ώρα αυτή το σχέδιο πέτυχε επακριβώς. Για την ακρίβεια, στην περίπτωση αυτή ο παπάς δεν περίμενε να πεθάνει κάποιος άρρωστος, όπως την πρώτη φορά. Η αντικατάσταση έγινε μ’ έναν ιερέα από τους τρεις, ο οποίος πήρε δρόμο από κει όταν ο Δεσπότης υποψιάστηκε ότι είχε κάνει ψευδή δήλωση του Φ.Π.Α.

Τώρα, ήρθε η ώρα να βαφτίσουμε τον παπά μας με καινούργιο όνομα, διότι το παληό του τον αδικεί κατάφορα. Τώρα ο άνθρωπος δεν κλέβει τα λεφτά των πιστών. Μη γένοιτο. Τώρα θα κλέβει μόνο, όσα μπορεί από τον Δεσπότη. Αλλά αυτό δεν είναι αμάρτημα στην χριστιανική εκκλησία. Αυτό είναι ένα καθιερωμένο εθιμικό δίκαιο με παράδοση αιώνων, όπως το έλεγε ο αφορισμένος ο Λασκαράτος.

Όποιος έχει δει πώς τρέχουν οι παπάδες στα κοιμητήρια για να προλάβουν όλα τα τρισάγια, πηδώντας σαν καλικάντζαροι, τους φράκτες των μνημάτων αλλά και τα ίδια τα μνήματα, τότε θα καταλάβει το γιατί εμείς προτείνουμε το όνομα παπα-Καλικάντζαρος.

Βασδέκης Ν. Σταύρος

Print Friendly

Σχετικές θέσεις: