«

»

Εκτύπωσέ το Άρθρο

ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΟΛΑΤΙΔΗ

.ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΟΛΑΤΙΔΗ

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΛΗΣ
ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ
ΣΩΠΑΤΡΟΣ  ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΗΣ
ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΡΕΝΟΥ
Η ΣΥΝΤΑΓΗ

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

Το περιθώριο,
μικρό συνήθως και στα άκρα,
στεγάζει σκέψεις, πρόσωπα, ιδέες,
δεν είναι κάλαθος αχρήστων.

Το περιθώριο,
βιβλίου, τετραδίου ή του κόσμου,
δεν ασφαλίζει, δεν παρέχει,
δεν είναι στάνη αιγοπροβάτων.

Το περιθώριο
μεγάλο-ή μάλλον έτσι θάπρεπε να είναι-
αν όχι η φωνή, η σκέψη των πολλών,
δεν είναι αγωγός ομβρίων.

Το περιθώριο
ενίοτε αυτόνομο και περιεκτικό,
στέκεται σε πυκνές, αχνές, μικρές γραμμές,
δεν είναι αναπόφευκτο κακό.

Το περιθώριο
συχνά οξύ και καυστικό,
κρατάει την πικρά οδό της θεραπείας,
δεν είναι δισκίο σακχαρόπηκτο.

Το περιθώριο
είναι πρωτίστως θέμα ορισμού,
των λίγων όμως, όχι των πολλών,
συνήθως δεν χωρά σε  λήμμα λεξικού.

Το περιθώριο
δεν είναι ίσο, ούτε ισότιμο με τίποτα.
Είναι συχνά,
ο νικηφόρος λίθος- οδηγός του Αμομφάρετου
βαρύς και στιβαρός,
στων Πλαταιών τον στίβο μάχης
και όχι μόνο.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΛΗΣ

-Πεθαίνει, είπαν οι γιατροί.
-Πεθαίνει ; ρώτησαν οι φίλοι.
-Μα είναι μια χαρά, απάντησαν οι συγγενείς.
-Αφήστε να πεθάνει ήσυχα, είπανε πάλι οι γιατροί,
κάναμε ό,τι ’ταν ανθρωπίνως δυνατό.

Κάπως έτσι την άφησαν να φύγει.
Όλοι σε αποφάσεις καταλήξαν,
όλοι τους γνώριζαν καλά, εκτός από την ίδια.
Κι αυτή ανέμελα συνέχισε την μίζερη ζωή της,
με ιστορίες ενδόξου παρελθόντος,
με θα και θα, με δήθεν πάντα και παντού.

Πάντως είχε ακμαίο ηθικό,
διάθεση ευχάριστη,
προπάντων σχέδια για το μέλλον,
καθώς στον προσφιλή πολτό,
από ακανέ, σουβλάκι και μπουγάτσα,
βυθιζόταν.

ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ
(Αφιερωμένο στον Θόδωρο Αγγελόπουλο)

Στην εύφορη γη της Σίριδος, της πόλης των  Παιόνων,
έφθασε ο μέγας ποιητής, ο Ευριπίδης.
Τριάντα χρόνια τώρα, λίγοι πολίτες τον ετίμησαν,
στο κοίλον του θεάτρου.
Μα τώρα ήρθε  καιρός, κατά πως λένε οι ταγοί,
τον τραγικό τον μέγα να τιμήσουν,
με θυσίες , δάφνες και γιορτές,
με σπονδές και με χοές .
Είναι ντροπή, κατά πως λεν’ ,
οι άλλες πόλεις των Ελλήνων,
τον γέροντα σοφό να τον τιμούν,
και μείς τι δηλαδή, είμαστε βάρβαροι ;
…Άσε τι κάναμε τριάντα χρόνια τώρα…

Και τον τιμούνε κορδωμένοι οι ταγοί,
με λόγια πολλά για την Ηλέκτρα,
με λόγια κενά για Μήδεια και Βάκχες,
τον γέροντα που στέκει αμίλητος πιο πέρα,
βέβαιος πως ποτέ τους οι ταγοί δεν κάθησαν στο κοίλον.
Κι αυτοί οι λίγοι που τριάντα χρόνια, πράγματι τον τίμησαν,
είναι, εν μέσω φαύλων και ταγών, απόντες .

ΣΩΠΑΤΡΟΣ  ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΗΣ

Σιτάρι, λάδι και κρασί,
μα κάποιες φορές ψάρια παστά-κυρίως χέλια απ΄τον Στρυμόνα-
μετέφερε συχνά με το παλιό γερό σκαρί κατά τον νότο,
της Αμφιπόλεως ο έντιμος πολίτης Σώπατρος.
Στην Αγορά της πόλεως,
δημοφιλής για τους περισσοτέρους,
παρών και ενεργός,
όποτε Ποσειδών και Αίολος επέτρεπαν,
πάντοτε έτοιμος στο δούναι όχι στο λαβείν.

Όμως εσχάτως,
έννοια μεγάλη το μυαλό του εβασάνιζε.
Απ’ την επισκευή στο ναυπηγείο της Ηιόνας και μετά,
γέμισε το σκαρί με τρωκτικά, με ευμεγέθεις αρουραίους,
φορείς λοιμού συνήθως και πανώλους.
Τρόπον απαλλαγής των τρωκτικών
κατάλληλον δεν ηύρε ο δυστυχής,
προ του επείγοντος απόπλου προς το νότο.

Στης αμφιάλου Λήμνου τα ανοιχτά,
με ούριο έπλεαν άνεμο ένα βράδυ.
Αίφνης πελώρια κύματα,
άνεμος έπνευσε λυσσώδης
κι ο ουρανός από τους κεραυνούς
εσχίστηκε και φόβιζε τους πάντες.
Ρωγμές στο σκάφος εμφανίστηκαν,
τα ιστία έγιναν κουρέλια,
κι οι ναύτες πανικόβλητοι,
το τέλος εκαρτέρουν.
Και στον χαμό,
μόνο η κραυγή του οργισμένου Σώπατρου ακουγόταν:

-Καταραμένοι κι άδικοι θεοί,
Καταραμένε Ζευ,
καταραμένε Ποσειδώνα,
καταραμένε και σύ Αίολε με τους ανέμους σου,
γιατί σε μένα η τύχη του Οδυσσέα,
γιατί σε μένα.

Τότε σημείο θεϊκό απίθανον εφάνη.
Ένα προς ένα στην σειρά τα τρωκτικά,
αφήσανε το πληγωμένο σκάφος
και όλα στη μανιασμένη πέσαν θάλασσα- τα δύσμοιρα-
για να σωθούν.
Ώρες πολλές το σκάφος κλυδωνίστηκε.
Και το πρωί,
αίφνης και πάλιν,
γαλήνεψεν η θάλασσα.
Ήλιος λαμπρός ανέτειλε
και το σκαρί συνέχισε τον πλουν προς Πειραιά,
χωρίς των τρωκτικών το περιττόν το έρμα.

Κι ο Σώπατρος ατάραχος, γαλήνιος,
κρατώντας στιβαρά στο χέρι το πηδάλιον,
στους ουρανούς αναφωνεί :
-Φίλοι Θεοί αλήθεια σας αδίκησα.
Μπορεί να κινδυνεύσαμε, τη συνδρομή σας,
τις πύλες του Άδου
να περάσουμε την προτεραίαν.
Αλλ’ αφού τρόπον απαλλαγής των τρωκτικών,
άλλον κατάλληλον ουχ ηύρατε
-ανάγκη εξ ανάγκης-
ευχαριστούμεν.

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΡΕΝΟΥ

Γράφεις
και το ξέρω πως γράφεις.
Και συ ξέρεις πως το ξέρω
ότι ξέρεις να γράφεις.
Είσαι γενναίος
γιατί μπορείς να ακούσεις
και το ξέρεις ότι ξέρω
πως μπορείς να ακούσεις.
Άκου λοιπόν:
Κρατήσου μακριά
από τις συνταγές,
τον εγκεφαλισμό-λέξη κι αυτή-
πολέμα τον.
Το ποίημα στον στόχο σου
να ρέει,
σαν χείμαρρος,
ρυάκι ή ποταμός.
Και πάνω απ’ όλα
μην το ξεχνάς ποτέ,
τραγούδι είν’ το ποίημα πρώτα,
τραγούδι…

Η ΣΥΝΤΑΓΗ

Παίρνουμε δυό ή τρεις στίχους ανάλογα,
από Ρίτσο, Γκάτσο και Ελύτη.
Και στην συνέχεια τρεις έως πέντε πρέζες,
από Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο.
Θερμαίνουμε ελαφρά
κι ανακατεύουμε αργά και σταθερά το μίγμα
να μην κόψει.
Κι όσο ανακατεύουμε
λέξεις προσθέτουμε και φράσεις,
από τα έπη του Ομήρου,
δοκιμασμένες, σταθερές, χιλιάδες χρόνια τώρα.
Αφήνουμε το μίγμα να κρυώσει.
Μόλις κρυώσει, ευθύς το ρίχνουμε εν ψυχρώ,
μέσα σε δέκα στίχους Παλαμά, δέκα Καβάφη,
δέκα Σικελιανού και δέκα Καρυωτάκη,
ανακατεύοντας αργά-αργά μέχρι να πήξει.
Πολύ μεγάλη προσοχή χρειάζεται στο δέσιμο.
Αλλά και πάλι αν τα υλικά δεν δέσουν όπως πρέπει,
μικρό το κακό.
Έτσι κι αλλιώς λίγοι-πολύ λίγοι πλέον-
γνωρίζουνε τα υλικά καλά,
ένα προς ένα.

Το ποίημα τώρα είναι έτοιμο.
Σερβίρεται ζεστό ή κρύο αναλόγως.
Μπορεί να δημοσιευθεί, να απαγγελθεί,
να πάρει μέρος σε αγώνες ποιητικούς,
συλλόγων, σωματείων, ιδρυμάτων
της Άνω, Κάτω Πετεινίτσας ή αλλού.
Επαίνους και βραβεία σίγουρα θα αποσπάσει,
είναι γνωστή πετυχημένη συνταγή,
που συγκινεί κυρίους με πίπα και με μούσι,
κυρίες ευτραφείς κακοβαμμένες,
επιτροπές, κοινό και κριτικούς.

Σέρρες 21/9/2010

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/1084/

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

:bye: 
Περισσότερα...