«

»

Εκτύπωσέ το Άρθρο

Αρθούρος Ιωσήφ Γκομπινώ (Gobineau)

 

arthur-de-gobineauΓάλλος κοινωνιολόγος, λογοτέχνης και διπλωμάτης, γεννηθείς το 1816 και αποθανών το 1882 εις Τορίνο.

Ανατράφηκε στα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα σε βασιλόφρονα και ευλαβή οικογένεια, και απεστάλη δεκαετής εις την γαλλική Ελβετία προς συνέχιση των σπουδών του. Εκεί εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος έμαθε την γερμανική και λατινική γλώσσα, είχε δε αρχίσει να επιδίδεται εις την μελέτη της περσικής και σανσκριτικής όταν εξερράγη η επανάστασις του 1830 η οποία και τον κατέστησε πτωχό, εκθρονίζοντας τους προστάτες της οικογενείας του και του μέλλοντός του. Αναγκάσθηκε τότε να καταφύγει εις Παρισίους κοντά εις κάποιον θείο του, ο οποίος παρά την εκκεντρικότητά του επιμελήθηκε στοργικά την αγωγή του ανεψιού του.

Μετά την αποπεράτωση των σπουδών του επιδόθηκε εις το διπλωματικό στάδιο και συντόμως έφτασε μέχρι του βαθμού του προϊσταμένου του γραφείου του Υπουργείου των Εξωτερικών. Το 1846 συνεζεύχθη κρεολή, από την οποία απέκτησε δυο θυγατέρες. Το 1851 ονομάσθηκε πρώτος γραμματεύς της γαλλικής πρεσβείας εις Βέρνη, μετά δε μερικά έτη διορίσθηκε πρόξενος εις Τεχεράνη της Περσίας απ΄ όπου αναχώρησε μετά τριετή υπηρεσία και επέστρεψε εις Παρισίους. Το 1860 εγερθείσης διαφοράς μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας περί νομής της Νέας Γης, ανετέθη εις τον Γκομπινώ η διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, μετά την ευτυχή έκβαση των οποίων προεβιβάσθη εις πρεσβευτή και απεστάλη εκ νέου εις Περσία όπου ευχαρίστως παρέμεινε άλλα τέσσερα έτη.

Το 1865 απεστάλη εις Αθήνας ως πρεσβευτής. Κατά την διάρκεια της εν Αθήναις παραμονής του (1865-1868) ήρχισε να επιδίδεται και εις την γλυπτική την οποία εθεώρει ως την ανωτέραν τέχνην, συνέγραψε δε και προητοίμασε ικανά βιβλία. Μολονότι φιλλέλην λελογισμένος, αντλών την προς την νεωτέραν Ελλάδα αγάπην του και όχι από κάποιον ρομαντικό θαυμασμό της αρχαιότητος, άλλ΄ εξ εκτιμήσεως της ζωτικότητος και του πατριωτισμού των νεοελλήνων, τους οποίους εθεώρει ως παιδαγωγούς της Βαλκανικής με το παράδειγμά των και προστατευτικό οχύρωμα απέναντι του σλαυισμού, εν τούτοις πολλές φορές δυσαρέστησε τους Έλληνες με τον σκεπτικισμό τον οποίον είχε δια την αξία των πολιτικών των ανδρών και των μέσων, τα οποία ούτοι μετεχειρίζοντο προς πραγμάτωση των δικαίων της Ελλάδος, και αφήκε δυσαρέστους αναμνήσεις επισύρας καθ΄ εαυτού βαρείς και εν πολλοίς αδίκους χαρακτηρισμούς εκ μέρους πολλών.

Το 1868 απεστάλη εις Ριο Ιανέϊρο όπου συνεδέθη στενώς με τον φιλοσοφούντα αυτοκράτορα της Βραζιλίας Dom Pedro. Μετά δυο έτη προσβληθείς της υγείας του ένεκα του κακού κλίματος ηναγκάσθη να αναχωρήσει εκ Βραζιλίας και κατέφυγε εις Γαλλία.

Μετά την έκρηξιν του Γαλλογερμανικού πολέμου, εις τον οποίον έβλεπε τας ολεθρίας συνεπείας μιας άφρονος και τυχοδιωκτικής πολιτικής, συνεχίζοντας την διπλωματική του σταδιοδρομία διορίζεται επιτετραμμένος εις Σουηδία (1872) όπου παρέμεινε επί πενταετία. Όταν ο Dom Pedro επεχείρησε την μακράν του ανά τον παλαιόν κόσμο περιοδεία, ο Γκομπινώ κατόπιν σχετικής αδείας της κυβερνήσεώς του, τον συνόδευσε εις Στοκχόλμη, Πετρούπολη, Μόσχα, Νίσνι Νοβγορόδ, Κίεβο, Σεβαστούπολη, Κωνσταντινούπολη και Αθήνας. Τούτο υπήρξε το τελευταίο ταξίδι του Γκομπινώ, ο οποίος πεπροικισμένος με σπάνια παρατηρητικότητα και βαθύνοια, ηγάπα τα ταξίδια όσον ολίγοι και ηδύνατο να αντλεί εξ αυτών, πλην της αναψυχής, και πλείστα στοιχεία δια τις εργασίες του. Ολίγον μετά την επιστροφή του εις Σουηδίαν επεράτωσε το διπλωματικόν του στάδιον και μετέβη εν Ιταλία όπου και απέθανε το αυτό έτος εξ αποπληξίας.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΓΚΟΜΠΙΝΩ

Ο Γκομπινώ ανήκει εις την κατηγορίαν των κοινωνιολογούντων ιστορικών, των αντιλαμβανομένων την Ιστορίαν ουχί ως ανεκδοτολογική απαρίθμηση συμβάντων άνευ βαθυτέρας τινός συσχετίσεως και εξευρέσεως των αιτίων, άλλ΄ ως επιστήμη, έτι μάλλον ως φιλοσοφίαν, περιλαμβάνουσα τα πορίσματα όλων των επιστημών, και ζητούσα να αποκαλύψει τα μυστικά αίτια των γεγονότων και την φοράν του βίου της ανθρωπότητος. Ζητών να εξεύρη τους νόμους τους διέποντας την κοινωνική συμβίωσιν, ανατρέχει εις όλους τους παράγοντας, τους τε ιδεολογικούς και τους φυσικούς, οι οποίοι δύνανται να θεωρηθούν ως τυχόν βαρύνοντες εν «τελευταία αναλύσει».

Οι ιδεολογικοί παράγοντες (ήθη, έθιμα, νόμοι, θρησκευτικαί και φιλοσοφικαί δοξασίαι) έχουν βεβαίως και δι΄ αυτόν σημασία, άλλ΄ είναι δευτερογενή φαινόμενα. Ο φανατισμός, η διαφθορά, η αθρησκεία, δεν οδηγούν κατ΄ ανάγκην εις την διάλυσιν των κοινωνιών. Όταν οδηγήσουν εις αυτήν, είναι απλά συμπτώματα βαθυτέρας τινός μεταβολής της υφής της κοινωνίας.

Εκ των φυσικών πάλι παραγόντων, το κλίμα, η γεωγραφική θέσις κλπ, δεν έχουν αποφασιστική σημασία. Υπό τας αυτάς κλιματολογικάς συνθήκας ήκμασαν κατά περιόδους οι διάφοροι πολιτισμοί: ο αποκτηνωμένος Φελλάχος ψήνεται σήμερον κάτω από τον ίδιον ήλιο που έκαιε τον μεγαλουργόν ιερέα της Μέμφιδος». Μένει ο φυλετικός παράγων. Φυσικός και ούτος, αλλά με πολύ βαθυτέρας ρίζας ώστε να αποτελεί πρωτουργό παράγοντα. Η αιτία της ζωής και του θανάτου των κοινωνιών δεν είναι ούτε τα ήθη, ούτε τα έθιμα, ούτε οι νόμοι, ούτε αι θρησκευτικαί ή φιλοσοφικαί δοξασίαι ή το κλίμα και η γεωγραφική θέσις, αλλά η σχετική αξία των φυλών.

Ούτως η κοινωνία δύναται να θεωρηθεί ως ένωσις ανθρώπων τελεία κατά το μάλλον ή ήττον από πολιτικής απόψεως, αλλά ολοκληρωμένη από κοινωνικής, ανθρώπων ζώντων υπό την διεύθυνση παρομοίων ιδεών και ταυτιζομένων ενστίκτων. Εν τη εκτιμήσει του φυλετικού παράγοντος ως πρωτουργού έγκειται η βάσις της κοινωνιολογίας του Γκομπινώ.

Η παραδοχή του φυλετικού παράγοντος ως πρωτουργού, προϋποθέτει αναγκαίως απόδειξη της αρχικής πολλαπλότητας των φυλών. Όπως η Ιστορία είναι άνισος και διάφορος, ούτω και ο κινητήριος αυτής παράγων πρέπει να είναι άνισος και διάφορος, τουτέστιν πολλαπλούς. Πράγματι δε, ουδέν αναληθέστερον της θεωρίας περί της κοινής καταγωγής του ανθρωπίνου γένους.

Η εν τη Ιστορία παρατηρουμένη διαφοροποίησίς του είναι αρχέγονος, όπως μαρτυρεί η εν χρόνω διάρκεια ορισμένων φυλών, η εκ μέρους αυτών διατήρησις των χαρακτηριστικών των και μια «μυστική αλληλοαπώθησις» αυτών, ένα, ούτως ειπείν, αρχικό ένστικτο κατά πάσης διασταυρώσεως.

Οι φυλές του ανθρώπινου γένους είναι τρεις: η μαύρη (Χαμίτες), η κίτρινη (αλταϊκοί λαοί, Μογγόλοι, Φίννοι, Τάταροι) και η λευκή (Καυκάσιοι, Σημίτες). Εκ των τριών αυτών φυλών προήλθαν όλες οι ποικιλίες δια διασταυρώσεως, επιτευχθείσης κατ΄ ευθύν λόγο προς την πολιτισμική πρόοδο της ανθρωπότητος. Ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ αυτών, οι δε διαφορές των τις τοποθετούν εις ιεραρχική κλίμακα. Την κατωτάτη βαθμίδα κατέχει η μαύρη φυλή. Οι μαύροι είναι η κατώτατη φυλή. Εις την ανθρωπότητα ένα μόνον έδωσαν, και εκείνο εδέησε να περιέλθη εις τας χείρας των λευκών δια να μεγαλουργήσει: την τέχνη. «Η τέχνη μόνον εις το αίμα των μαύρων ήτο κρυμμένη».

Η κίτρινη φυλή κατέχει την μέση βαθμίδα. Οι κίτρινοι είναι ανώτεροι των μαύρων, έχουν πρακτικό πνεύμα, είναι, ούτως ειπείν, οι «μικροαστοί» του ανθρώπινου γένους. Κάθε αναμορφωτής θα τους ήθελε ως βάση της ουτοπίας του.

Μένουν οι λευκοί. Αυτοί κατέχουν την ανώτατη βαθμίδα της φυλετικής ιεραρχίας, συγκεντρώνουν όλα τα προτερήματα: νεύρα, ωραιότητα, δραστικότητα. Τους λευκούς, – μη λησμονούμε ότι πρόκειται περί του παρελθόντος του αγνού και αμόλυντου των αναφερομένων φυλών – τους διέκρινε φυσική ωραιότης, διανοητική ρώμη, λελογισμένη ενέργεια, εμμονή, εξαιρετικό ένστικτο τάξεως (όχι τόσο ως εγγυήσεως ησυχίας και ειρήνης, όσον ως μέσου απαραιτήτου δια την διατήρηση) και εις ανυπέρβλητο βαθμό εξυψωμένο αίσθημα ελευθερίας. Ενώ αγαπούσαν την ζωή, είχαν το αίσθημα της τιμής θαυμαστά ανεπτυγμένο. Και μεταξύ όμως αυτών υπάρχει κάποιο είδος ιεραρχίας. Διαιρούνται εις δυο ομάδες: τους Άριους και τους Σημίτες.

Οι Άριοι ήσαν οι ευγενέστεροι του ανθρώπινου γένους. Εις αυτούς οφείλει η ανθρωπότητα κάθε άξιο λόγου εις την γη: τέχνη, επιστήμη, πολιτισμό.

Οι Σημίτες ήσαν υποδεέστεροι των Αρίων αν και λευκοί. Διακρίνονταν δια το απολυταρχικό εις την πολιτική πνεύμα των, και κληροδότησαν εις την ανθρωπότητα δυο «ανυπόφορα πράγματα»: την πατρίδα και τον νόμο. Σήμερα όλοι οι λευκοί είναι εκσημιτισμένοι και ο εκσημιτισμός των είναι αντιστρόφως ανάλογος της ευγενείας των. Ο ευγενής είναι ολιγώτερον, ο αστός περισσότερον, ο λαός εξ ολοκλήρου.

Ούτως η Ιστορία, ως αποτέλεσμα κολλεκτιβιστικής δράσεως των τριών τούτων φυλών, ομοιάζει με τεράστιο ύφασμα. Οι κατώτερες ποικιλίες του ανθρώπινου είδους (μαύροι και κίτρινοι) αποτελούν το χονδροειδές φόντο, το βαμβάκι και το μαλλί. Μερικές δευτερεύουσες οικογένειες της λευκής φυλής (σημίτες) απαλύνουν την τραχύτητα του μαλλιού αναμιγνύοντας το δικό τους μετάξι.

Η αριανή τέλος ομοφυλία, αναφαινομένη μέσον των εξευγενισμένων γενεών, διακοσμεί την Ιστορία με τα χρυσά και αργυρά αραβουργήματά της.

Αλλά οι τρεις αυτές φυλές, (παρά την «μυστική απώθηση) δεν παρέμειναν αγνές. Διασταυρώθηκαν από πολύ ενωρίς, παρήγαγαν ενδιάμεσους τύπους, εξεπολιτίσθησαν και εξεφυλίσθησαν. Όσον ανεπτύσσετο ο πολιτισμός, τόσον μεγαλύτερη διασταύρωσις εγίνετο και τόσον μεγαλύτερος εκφυλισμός ηκολούθη. Ο πολιτισμός – αναμφισβήτητον αγαθόν – εξαγοράζεται με τον εκφυλισμό – αναμφισβήτητα κακό. Εις την ανθρωπότητα ούτε καν δύναται να τεθεί δίλημμα προτιμήσεως μεταξύ ελλείψεως πολιτισμού και εκφυλισμού. Σκληροί και άτεγκτοι νόμοι την οδηγούν προς την διασταύρωση – πολιτισμόν-εκφυλισμόν – προς το τέλος της. Ο παρατηρητής της φοράς αυτής ουδεμία αισιοδοξία δια το μέλλον δύναται να έχει. Κάποιο έθνος είναι εκφυλισμένο όταν δεν έχει την πραγματική αξία που είχε άλλοτε, διότι δεν έχει πλέον εντός των φλεβών του το αίμα των ιδρυτών του. Ούτως η λευκή φυλή – εξεταζομένη αφηρημένως – έχει εξαφανισθεί από προσώπου γης. Οι Έλληνες, επί παραδείγματι, ήσαν καθαροί Άριοι εν αρχή. Εξεσημιτίσθησαν όμως ταχύτατα, και ταχύτατα εξέπεσαν. Αντιπροσωπευτικός τύπος της μίξεως αυτής υπήρξεν ο Οδυσσεύς με την ηθικήν του προσωπικότητα. Η φυλετική μίξις είναι ταυτοχρόνως η ζωή και ο θάνατος του ανθρώπινου γένους. Ματαία και άκαρπος είναι σήμερον η αναζήτησις της ποτέ φυλετικής ιεραρχίας και η προσπάθεια προς επανασύστασίν της. Εκλεκτή φυλή δεν υπάρχει σήμερον. Μεταξύ των εκφυλισμένων οι ολιγότερο εκφυλισμένοι είναι οι Γερμανοί.

Μόνο παρήγορο σημείο είναι η τήδε κακείσε αναφαινομένη ατομική πλέον ευγένεια, λείψανον της άλλοτε φυλετικής ευγενείας. Η προσοχή της ανθρωπότητος πρέπει να στραφεί προς το άτομον, ή μάλλον το άτομον πρέπει να προσέξει εαυτό και να ολοκληρωθεί, να δώσει διέξοδο εις πάσας τας λανθανούσας τυχόν υπερόχους αρετάς του και να θέσει αυτό δι΄ εαυτό νέους κανόνες ζωής, να δημιουργήσει νέες ηθικές αξίες, αδιαφορώντας δια την τρέχουσα ηθική, η οποία μετά την επελθούσα απελπιστική μείξη και διασταύρωση είναι βοσκηματώδης και ταπεινή. Την φυλετική ιεραρχία δέον αν διαδεχθεί η ατομική ιεραρχία, αυτή η οποία χωρίζει τους ανθρώπους από του λίκνου αναλόγως της φυσικής καταβολής εκάστου εις κυρίους και δούλους, εις άρχοντας και αρχομένους, εις εκλεκτούς και κοινούς. Ας έχουν την ηθικήν των οι δούλοι, πρέπει και οι κύριοι να αποκτήσουν την ιδικήν των.

Νομίζει κανείς ότι ακούει το κήρυγμα του Νίτσε περί του υπερανθρώπου. Πράγματι δε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της νιτσεϊκής ηθικής υπάρχουν και εις τον Γκομπινώ: θεωρία ανισότητας, θεωρία εκφυλισμού (κατάπτωση την αποκαλεί ο Νίτσε), θεωρία της ανατροπής των ηθικών αξιών, θεωρία της θελήσεως της δυνάμεως. Κατά πάσα πιθανότητα ο Νίτσε γνώρισε οπωσδήποτε τον Γκομπινώ. Το εκλεκτό άτομο (βασιλόπουλο το αποκαλεί ο Γκομπινώ, υπεράνθρωπο ο Νίτσε, άγιο ο Βάγκνερ) είναι ωραίο, δυνατό, καλλιεργημένο, ευγενές, ενεργό. Η προσωπική όμως ευγένεια των ατόμων προμηθεύει μια τυχαία αριστοκρατία, μια κόνιν αριστοκρατίας, αφού δεν ευρίσκεται εις στενή σύνδεση με τους βιολογικούς και κοινωνικούς νόμους. Δια τούτο, το ορθότερο είναι να αναζητούμε το άτομο μεμονωμένο παρά να αναπολούμε ρομαντικά την εποχή εις την οποία ανευρίσκετο ευκόλως μέσα στην φυλή, να το εξετάσουμε εις την οικογένεια η οποία αντικατέστησε την φυλή. Η τελευταία λέξις του Γκομπινώ αφορούσε το κληρονομικής ευγενείας και καθαρότητος άτομο. Τοιούτος ήτο και αυτός, απόγονος μακρινός του Oltar Jarl Νορβηγού πειρατή.

Ώστε οι άνθρωποι δεν είναι ούτε ίσοι αναμεταξύ των ούτε αδελφοί. Βεβαίως με την διασταύρωση εξαφανίζεται η σύμφυτη αυτή εις τον άνθρωπο ιεραρχία και πραγματοποιείται η ισότης, αλλά τα έξοδα της «βελτιώσεως» αυτής (δημοκρατικά ιδεώδη, κλπ) τα πληρώνει η ίδια η ανθρωπότητα, αποστειρωμένη και καθισταμένη ολοένα και περισσότερο ανίκανη, μέχρις ότου αποθάνει εξευτελισμένη. Και εν τοιαύτη περιπτώσει οιαδήποτε συμπεράσματα περί της ανθρωπότητας δεν δύνανται να μεταβληθούν εις δράσιν. Η εκτίμησις προς το έθνος και την φυλήν δεν δύναται να μεταβληθεί εις δραστικόν εθνικισμόν, διότι οι ιστορικοί νόμοι δεν είναι καθόλου ευνοϊκοί δια την καλλιέργεια ενός μελλοντικού εθνικισμού. Ο Γκομπινώ, απαισιόδοξος εθνικιστής, προοιωνίζεται, πλήρης θλίψεως, μελλοντικό θρίαμβο του δημοκρατικού πνεύματος.

Μογγολική κηλίς:
Η μογγολική κηλίς καλείται και παροδική κηλίς, και ιερά κηλίς και ιαπωνική κηλίς και κηλίς τοκετού και κυανή κηλίς των νεογνών.

Είναι τοπικός μελανισμός, ήτοι παροδική κατά κανόνα εμφάνισις υποκυάνου κηλίδος εκ της αποθέσεως αφθονωτέρας χρωστικής εν αυτώ τω χορίω του δέρματος (μεγάλα χρωματοφόρα κύτταρα) κατ΄ αντίθεσιν προς την συνήθη αιτία της χρώσεως του ανθρώπου εκ της χρωστικής της επιδερμίδος μόνον. Απαντά εις την ιεροκοκκυγογλουτιαίαν χώρα από μεγέθους ολίγων χιλιοστομέτρων μέχρι πολλών εκατοστομέτρων διάμετρον (Εσκιμώοι, Ιάπωνες).

Η μογγολική κηλίς εκλήθη ούτως ως απαντώσα συχνότερον εις τα νεογνά των μογγολοειδών φυλών καθόλου, και κατ΄ εξοχήν της ιαπωνικής. Φέρουν την κηλίδα το 99,5% τα παιδιά των Ιαπώνων κατά το πρώτον έτος της ηλικίας των. Εις τους άλλους μογγολικούς ή μογγολοειδείς λαούς είναι ολιγώτερον συχνή (Ανναμίται, Εσκιμώοι, εις τους Μαλαίους και τας διαφόρους φυλάς της Ωκεανίας, τους Αμερικανοϊνδούς, ακόμη και εις τους μιγάδας της Αμερικής.

Τα χρωματοφόρα κύτταρα αποτελούν οπισθοδρομικόν χαρακτηριστικόν του ανθρώπου καθόλου, αφού τα κύτταρα ταύτα του χορίου ευρίσκονται αφθονώτερα εις τινας πιθήκους.

ΔΡΑΝΔΑΚΗΣ: (Ε.Ι.Μαλαίνος – Δημοσιογράφος)
Δουλεία – Κοινωνιολογία της δουλείας

Ο θεσμός της δουλείας, τόσον παλαιός όσον και η κοινωνική συμβίωσις, εμφανίζεται μεταξύ των διαφορωτάτων λαών και μεταξύ των φυλών των μάλλον απομεμακρυσμένων αλλήλων, από την στιγμή που δια της αναπτύξεως της τεχνικής κατέστη δυνατή η χρησιμοποίηση της εργατικής δυνάμεως προς παραγωγή οικονομικών αγαθών μεγαλύτερης αξίας των απαιτουμένων προς κατανάλωση του εργαζόμενου. Εις μιαν τοιαύτην βαθμίδα κοινωνικής εξελίξεως η θανάτωσις των αιχμαλώτων πολέμου, συνήθης από τους αρχέγονους λαούς, απεδείχθη αντιοικονομική συνήθεια, η οποία, χωρίς να απαλλάσσει την νικήτρια φυλή των κινδύνων μελλοντικής επιδρομής την στερούσε της ευκαιρίας να καρπωθεί με ειρήνη τα αγαθά της νίκης, απαλλασσομένη της υποχρεώσεως όπως εργάζεται δια την παραγωγή των αναγκαίων προς συντήρησή της οικονομικών αγαθών. Εφεξής οι αιχμάλωτοι πολέμου μιας φυλής, αποστερούμενοι πλήρως της προσωπικής των ελευθερίας, μετεβάλλοντο εις ιδιοκτησίαν της εκ του πολέμου διαφοροποιημένης ήδη νικήτριας κοινωνικής ομάδος, κατενέμοντο μεταξύ των μελών αυτής και καθίσταντο δούλοι. Ούτως, ο θεσμός της δουλείας, προϊόν οικονομικής αναγκαιότητος αναπτυχθείσης εν χρόνω, οφείλει το απαιτηθέν προς κατάστασίν του υλικόν εις τον πόλεμον. Με άλλες λέξεις, ο θεσμός της δουλείας δεν είναι, όπως νομίζεται, απλό αποτέλεσμα του πολέμου.

Αιτία της εγκαθιδρύσεώς του είναι η πορεία της οικονομικής εξελίξεως της ανθρωπότητος, ο δε πόλεμος προμήθευσε μόνον τα μέσα προς πλήρωσιν της ανάγκης, η οποία προήλθε λόγω αναπτύξεως της τεχνικής. Ο πόλεμος είναι δευτεροβάθμιος αιτία του θεσμού της δουλείας. Κατά τον H. Spencer η δουλεία υπήρξε αποτέλεσμα του κανιβαλισμού. Μετά την μάχη, οι αιχμάλωτοι φονεύονταν και τρώγονταν αμέσως. Πολλές φορές όμως συνέβαινε, ο αριθμός των αιχμαλώτων να είναι τόσο μεγάλος, ώστε να παραστεί ανάγκη να φυλάξουν μερικούς για να τους φάνε αργότερα. Σ΄ αυτούς ανέθεταν διάφορες εργασίες και δεν άργησαν ν΄ αντιληφθούν οι κάτοικοί των ότι τα εκ της εργασίας των οφέλη ήσαν ανώτερα της αξίας της σαρκός των. Εφ εξής οι αιχμάλωτοι χρησιμοποιούντο όπως τα κατοικίδια ζώα, διότι η ανεπτυγμένη τεχνική επέτρεπε την υπ΄ αυτών παραγωγή πλεονάσματος. Έτσι, και αν αληθεύει η υπόθεση αυτή του Η.Spencer κατ΄ ουδέν μεταβάλλει την περί γενέσεως της δουλείας θεωρία.

Η κοινωνιολογική σημασία της δουλείας είναι μέγιστη. Σ΄ αυτήν οφείλεται η επιτάχυνση και εμβάθυνση της ήδη εις τις αρχέγονες κομμουνιστικές κοινωνίες πολιτικής και οικονομικής διαφοροποιήσεως και η διάκριση της κοινωνίας εις διευθυντικά, διοικητικά και πολεμικά στρώματα, ασκούντα την κυριαρχία των επί των εργατικών και παραγωγικών στρωμάτων.

Ο πρώτος δούλος υπήρξε η γυνή. Ο ανήρ, φυσικώς ισχυρότερος, σφετερίστηκε μια απεριόριστη εξουσία, έλαβε μόνος την διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων της φυλής, κυρίως του πολέμου, ενώ η γυνή, ασθενέστερη, υποταγμένη εις τις αυθαιρεσίες του, υποχρεώθη ν΄ αναλάβει τις σκληρές εργασίες, τεθείσα εν ίση μοίρα προς τα ζώα και επιφορτισθείσα της συντήρηση της κοινότητος. Εις τις υποτυπώδεις κοινωνίες η γυνή συνήθως ευρίσκεται εις κατάστασιν τελείας δουλείας. Αν εξετάσωμεν τον θεσμόν της δουλείας, ανεπηρέαστοι από κάθε δεοντολογούσα ηθικολογία, οφείλουμε ν΄ αναγνωρίσουμε ότι αυτός, αποτέλεσμα αντικειμενικής κοινωνικής αναγκαιότητος, υπήρξε εις την ιστορία των κοινωνιών, πρόοδος σημαντική, όχι φυσικά διότι απήλλαξε τους αιχμαλώτους από τον θάνατο, αλλά διότι στάθηκε ως σημείο αφετηρίας κοινωνικής διαφοροποιήσεως και κοινωνικού καταμερισμού, ο οποίος ώθησε την ανθρωπότητα εις νέες οδούς και επεβοήθησε την δημιουργία μεγάλων κοινωνικών οργανισμών, παρά τους οποίους, χάρις εις την επιτευχθείσα συγκέντρωση, ανεπτύχθη ο υλικός και πνευματικός πολιτισμός.

Η δουλεία, μ΄ αυτόν τον τρόπο εξεταζόμενη, υπήρξε αναμφισβήτητα στοιχείο προόδου, παρ΄ όλον ότι όχι μόνον δεν ελάττωσε, αλλά τουναντίον αύξησε τις φρικαλεότητες του πολέμου και τις αφορμές του. ναι μεν δεν εφόνευαν πλέον τους αιχμαλώτους, αλλά επιζητούσαν τώρα περισσότερους. Ο πόλεμος ήτο εν αρχή δευτερογενής αιτία του θεσμού, τώρα έγινε αποτέλεσμα αυτού. Ο σπουδαιότερος σκοπός του πολέμου, ο μοναδικός πολλές φορές, ήταν η απόκτησις δούλων.

Από την εποχή που απεδείχθη η οικονομική και κοινωνική χρησιμότητα του θεσμού της δουλείας, αυξήθησαν και οι πηγές πορισμού των δούλων. Δούλοι εγίνοντο και άλλοι πλην των αιχμαλώτων πολέμου. Η συνήθεια του πωλείν τα ίδια τέκνα διεδώθη ευρύτατα. Τα πωληθέντα τέκνα απέβαιναν δούλοι των αγοραστών. Συνέβαινε επίσης πολλά άτομα, με την επικράτηση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας, να μην είναι ικανά όπως πορισθούν τα αναγκαία γι΄ αυτούς και να αμύνονται. Τα άτομα αυτά προσφέρονταν ως δούλοι εις άλλους, όπως παρατείνουν την ζωή τους υπό την προστασία αυτών. Άλλη περίπτωσις ήτο η περίπτωσις δουλείας δια χρέη. Ο ανίκανος ν΄ ανταποκριθεί εις τις απαιτήσεις του δανειστού έχανε την προσωπική του ελευθερία, το σώμα του, τα υπολείμματα της περιουσίας του, και απέβαινε δούλος του δανειστού. Τέλος, με την αύξηση των κυρώσεων και υποχρεώσεων και την ομαδική συνειδητοποίηση, η οποία γέννησε το δίκαιον ως σύνολον κανόνων επιβαλλομένων προς το συμφέρον μιας τάξεως, η κατάστασις της δουλείας θεσπίστηκε ως τιμωρία κατά παντός παραβάτη. Προφανώς η αιτία αυτή της επιβολής της δουλείας υπήρξε τελευταία εις την ιστορική σειρά και είναι η μόνη η οποία διατηρείται μέχρι σήμερον. Ο εις ισόβια δεσμά καταδικασθείς εγκληματίας, είναι δούλος της καταδικασθείσης αυτόν ομάδας. Υπό την μορφήν ταύτην δουλεία θα υπάρχει εφ΄ όσον θα υπάρχει κράτος.
Άπαξ κατασταθέντος του θεσμού των δούλων, ο αριθμός αυτών έτεινε ν΄ αυξηθεί τόσο μάλλον, όσο τα λοιπά μέλη της κοινωνίας, επιρρίπτοντα επ΄ αυτών το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής εργασίας, ωφελούντο εκ της αυξήσεώς των. Ένεκα τούτου, υπό ορισμένας συνθήκας, ανεπτύχθη νέον είδος δουλείας, η δουλοπαροικία, η γέννησις της οποίας ουδεμία συναισθηματική ή ανθρωπιστική αρχή έχουσα, ωφείλετο εις την ανάγκην προσαρμογής της εκμεταλλεύσεως της εργασίας των υποτελών εις νέας κοινωνικάς και οικονομικάς συνθήκας. Η δουλεία προήλθε εκ της εισαγωγής εις μίαν κοινωνία μεμονωμένων ατόμων ληφθέντων εξ άλλων κοινωνιών. Η δουλοπαροικία, εξ αντιθέτου, κατεστάθη δια προσαρτήσεως κατά μάζας άλλων ομάδων ή τάξεων και υπαγωγής των υπό την κυριαρχία των νικητών. Εις περιπτώσεις μεγάλων εδαφικών κατακτήσεων, αι οποίαι, ενώ κατ΄ αρχάς είχαν χαρακτήρα επιδρομών και ήσαν προσωριναί, ύστερον εγένοντο μόνιμοι, οι κάτοικοι των κατακτηθέντων εδαφών, επειδή ήτο αδύνατον και ασύμφορον ν΄ αποσπασθούν εκ της χώρας των, μεταβαλλόμενοι εις τελείους δούλους υπεχρεούντο, διατηρούντες ίχνη προσωπικής ελευθερίας και την φροντίδα της αυτοσυντηρησίας, να εργάζονται επί ορισμένο χρόνο προς όφελος των κατακτητών, δίδοντες εις αυτούς φόρο εις είδος, ο οποίος συνήθως ήτο ανώτερος των εισοδημάτων τα οποία θα επορρίζοντο οι κατακτηταί αν μετέβαλλον τους ηττημένους εις δούλους και ανελάμβανον την φροντίδα της στοιχειώδους διατροφής των. Ούτως η δουλοπαροικία, ηπιωτέρα μορφή δουλείας, κατεστάθη διότι συνέβαινε να είναι συμφερωτέρα δια τους κυριάρχους, υπό ωρισμένας συνθήκας, και όταν, βραδύτερον, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας, η διατήρησις δούλων είχε αποβεί ασύμφορος, πολλοί ιδιοκτήτες λατιφουντίων εν τη Δύση μετέβαλον τους δούλους των εις δουλοπαροίκους, όχι βεβαίως ενωτιζόμενοι των ρημάτων του Ιησού «ούκ έστι δούλος ή ελεύθερος», τα οποία άλλως τε την εν ουρανοίς ζωήν αφεώρων, άλλ΄ επιδιώκοντες πορισμόν μεγάλων κερδών.

Η θεμελιώδης υπηρεσία την οποίαν προσέφερεν εις την κοινωνίαν ο θεσμός της δουλείας, είναι η παροχή ευκαιρίας προς αύξησιν του καταμερισμού της εργασίας, εις τον οποίον οφείλονται όλαι οι πρόοδοι αι υπό της ανθρωπότητος επιτευχθείσαι. Η παραγωγή των πλεοναζόντων οικονομικών αγαθών, η συσσώρευσις πλούτου, ουδέποτε υπήρξεν έργον ελευθέρας προαιρέσεως των εργαζομένων.

Ο σημερινός βιομήχανος εργάτης και ο μισθόδουλος εν γένει, του οποίου διατυμπανίζεται η προσωπική ελευθερία, ωθούμενος υπό του φάσματος της ελευθερίας του πεινάν, υποχρεούται να μισθώσει την δύναμιν εργασίας την οποία κατέχει και να αποστερηθεί των προϊόντων της εργασίας του εις όφελος του μισθώματος, ούτω και ο δούλος ηναγκάζετο δια της βίας να εργάζηται προς όφελος του ιδιοκτήτου. Η μόνη διαφορά είναι, ότι ο δούλος, όντας ιδιοκτησία-οικονομικόν αγαθόν του κυρίου του, είχε εξασφαλισμένη την διατροφή, ενώ ο εργάτης, όντας ελεύθερος, δεν είναι πάντοτε βέβαιος ότι δεν θα πεινάσει, παρ΄ όλη την θέλησή του όπως εργασθεί.
Αι ηθικαί συνέπειαι του θεσμού της δουλείας, εξεταζόμεναι φυσικά υπό το πρίσμα των σημερινών περί ηθικής αντιλήψεων, υπήρξαν ολέθριαι δι΄ ολόκληρον την κοινωνίαν. Ο δούλος πολύ ταχέως απέκτα ταπεινήν ψυχολογίαν, ηθικήν αναισθησίαν, οκνηρίαν παθολογικήν, αδιαφορίαν δια πάσαν βελτίωσιν, κυνικότητα και κτηνωδία, ο ελεύθερος καθίστατο αυταρχικός, απάνθρωπος, έκφυλος, ακόλαστος, οκνηρός και ιδιότροπος. Άρχοντες και αρχόμενοι έζων εις μίαν πνιγηράν ατμόσφαιραν εν μέσω της οποίας εβασίλευεν η διαφθορά και η απανθρωπία. Ο θεσμός της δουλείας εν τούτοις αποτελεί ακλόνητον οικονομικήν αναγκαιότητα και καμμία διαμαρτυρία δεν ηδύνατο να τον κλονίσει. Δια τούτο και επεζητήθη η δημιουργία θεωρίας εκ των υστέρων, δικαιολογούσης και κατοχυρούσης αυτόν και ιδεολογικώς.

Θεωρία των αρχαίων περί δουλείας:

Αφού αι αρχαίαι κοινωνίαι εστηρίζοντο επί του θεσμού της δουλείας, δεν είναι καθόλου παράδοξον το ότι οι κατά καιρούς διανοηταί, οι οποίοι δεν είχον γνωρίσει άλλον κοινωνικόν σύστημα, εθεώρησαν την δουλείαν ως νόμιμον και συνάδον προς την ανθρωπίνην φύσιν. Και ηκολούθησαν μεν σποραδικαί διαμαρτυρίες κατά του θεσμού και διακηρύξεις περί της ανθρωπίνης ισότητος, άλλ΄ αύται ουδεμίαν απήχησιν έσχον, ως ορμώμεναι μάλλον εκ γενικών αφηρημένων αρχών και μη αποκρινόμεναι εις τας κρατούσας ανάγκας. Πράγματι δε, δια την κατά την αρχαιότητα υπάρχουσα οικονομική τάξη των πραγμάτων, ο θεσμός της δουλείας ήτο απαραίτητος. Ο ευγλωττότερος θεωρητικός εκπρόσωπος της αναγκαιότητος της δουλείας ηπήρξεν ο Αριστοτέλης. Κατ΄ αυτόν η πολιτεία οφείλει να είναι οργανωμένη κατά τρόπον ικανοποιούντα όλας τας ανάγκας της κοινωνικής ζωής, πραγματοποιούσα τον μέγιστον δυνατόν αριθμόν πλεονεκτημάτων. Εις πρώτην γραμμήν πρέπει να τίθεται η ανάπτυξις της διανοίας και της αρετής, η οποία μόνον ως αποτέλεσμα ανέσεως δύναται να νοηθεί. Πρέπει λοιπόν ο πολίτης να είναι απηλλαγμένος των φροντίδων της υλικής ζωής, προς τούτο ανάγκη όπως μέρος της πολιτείας επιφορτιστεί με το καθήκον της δημιουργίας των απαραιτήτων δια την συντήρησιν της κοινωνίας οικονομικών αγαθών. Το μέρος τούτο της πολιτείας θα αποτελεσθή εκ της τάξεως των δούλων η οποία είναι όργανον προς πραγματοποίησιν των υπερτάτων σκοπών της κοινωνικής συμβιώσεως.

Η οικογένεια και η πολιτεία περιλαμβάνει αναγκαίως τρεις κατηγορίας ανθρώπων, εκάστη των οποίων έχει και ίδιον προορισμόν: την κατηγορίαν των ανδρών, οι οποίοι κατευθύνουν την οικογένεια και την πολιτεία, την κατηγορία των γυναικών, η οποία την διαιωνίζει, και την κατηγορία των δούλων, η οποία την υπηρετεί. Η επιστήμη η διδάσκουσα τον τρόπο της χρησιμοποιήσεως των δούλων καλείται δεσποτική.

Ο καταμερισμός αυτός των έργων έχει τεθεί υπό της φύσεως. Η φύσις αυτή δίδει εις τον πραγματικό άνθρωπο το συμπλήρωμα τούτο, όπερ καλούμε δούλο. «Ο δούλος κτήμα τι έμψυχόν εστίν». Άνευ αυτού, όστις «εν οργάνου είδει ταις τέχναις εστίν» άνευ τουτέστιν εργασίας αδύνατον να συντηρηθεί η κοινωνία. Οι δεσπότες δεν θα είχαν ανάγκη δούλων μόν αν «ηδύνατο έκαστον των οργάνων κελευσθέν ή προαισθανόμενον αποτελείν το αυτού έργον, ώσπερ τα Δαιδάλου φασίν, ή τους Ηφαίστου τρίποδας, ους φησίν ο ποιητής αυτομάτους θείον δύεσθαι αγώνα, ούτως αι κερκίδες εκέρκιζον αυταί και τα πλήκτρα εκιθάριζε» (Πολιτ. Α,β,5).

Εις το χαρακτηριστικό δια την προφητικότητά του χωρίο ο Αριστοτέλης παρ΄ όλη την υποθετική μορφή την οποία δίδει εις την σκέψη του, προβλέπει ούτως ειπείν, την μετά αιώνες επιτευχθείσα τελειοποίηση της τεχνικής δια της εφευρέσεως των μηχανών, οι οποίες επέτυχον αφάσνταστη οικονομία εργατικών δυνάμεων.
Η δουλεία, απαραίτητη δια την κοινωνική συντήρηση, παρουσιάζεται εις τα όμματα του Αριστοτέλους ως θεμελιωμένη επί των φυσικών νόμων. «Το άρχειν και άρχεσθαι, ου μόνον των αναγκαίων, αλλά και των συμφερόντων εστί, και ευθύς εκ γενετής ένια διέστηκε, τα μεν επί το άρχεσθαι, τα δε επί το άρχειν και είδη πολλά και αρχόντων και αρχομένων εστί» (Πολιτ. Α,β,8).

Ότι υπάρχει τοιαύτη προδιατεταγμένη τάξη πραγμάτων είναι αναμφισβήτητο. Το ζήτημα είναι πώς καθίσταται φανερό η βούληση αυτή της φύσεως. Κατά τον Αριστοτέλη «βούλεται η φύσις και τα σώματα διαφέροντα ποιεί τα των ελευθέρων και των δούλων, τα μεν ισχυρά προς αναγκαίαν χρήσιν, τα δ΄ ορθά και άχρηστα προς τας τοιαύτας εργασίας, αλλά χρήσιμα προς πολιτικόν βίον» (Πολιτ. Α,β,14).

Σύστημα υποταγής υπάρχει εις ολόκληρη την φύση. Η ψυχή άρχει του σώματος, ο νους της ορέξεως, τα ήμερα των αγρίων, το άρρεν του θήλεος, το κρείττον επί του χείρονος, και τούτο προς το συμφέρον των τε αρχόντων και των αρχομένων.

Μεταξύ των ανθρώπων «όσοι τοσούτον διεστάσιν, όσον ψυχή σώματος και άνθρωπος θηρίου (διάκεινται δε τούτον τον τρόπον, όσων εστίν έργον η του σώματος χρήσις, και τούτ΄ εστίν απ΄ αυτών βέλτιστον) ούτοι μεν εισί φύσει δούλοι, οις βέλτιστόν εστίν άρχεσθαι ταύτην την αρχήν, είπερ και τοις ειρημένοις. Έστι γαρ φύσει δούλος ο δυνάμενος άλλου είναι, διο και άλλου εστί, και ο κοινωνών λόγου, τοσούτον, όσον αισθάνεσθαι, αλλά μη έχειν» (Πολιτ. Α,β,13).
Ο Αριστοτέλης, οδηγώντας τους συλλογισμούς του μέχρι των τελευταίων αυτών συνεπειών, φτάνει μέχρις εξομοιώσεως των δούλων προς τα κατοικίδια ζώα. η χρησιμοποίησή των είναι σχεδόν παραπλήσια. Αλλ΄ εφ όσον η δουλεία είναι αποτέλεσμα πολέμου, επιβάλλεται πολλάκις και εις ανθρώπους υπό μεν της φύσεως προορισμένους να άρχουν, ατυχήσαντες δε εις τον πόλεμο. Εν τοιαύτη περιπτώσει η βούληση της φύσεως παραβλέπεται και υπερισχύει η βία, ο δε Αριστοτέλης αισθάνεται τον εαυτό του αρκετά πιεζόμενο εκ του αναμφισβήτητου αυτού γεγονότος το οποίο δύναται ν΄ αποτρέψει ολόκληρη την θεωρία του και προσπαθεί να δικαιολογήσει τα πράγματα χωρίς όμως να το κατορθώνει. Χαρακτηριστικό εις το ζήτημα τούτο είναι το επιχείρημα αυτού περί διαιρέσεως των ανθρώπων εις φυλές προνομιούχες και αρχικές, και εις φυλές βαρβάρους, ων «Έλληνας άρχειν εικός». Γενικώς ειπείν, ο Αριστοτέλης εις την θεωρία του περί δουλείας προσπαθεί μεν να δικαιολογήσει το κρατούν καθεστώς, αλλά δεν κατορθώνει να αντλήσει τα επιχειρήματά του εκ της πραγματικότητας και δια τούτο καταφεύγει εις ηθικολογικές κρίσεις και ζητεί να μεταφέρει την εν αυτοίς ιεραρχία εις την κοινωνική διάρθρωση. Παρόμοια σχεδόν στάση προς την δουλεία τηρεί και ο Πλάτων. Χωρίς ν΄ αποδοκιμάζει τον θεσμό της δουλείας, παραιτείται και πάσης θεωρητικής του δικαιολογίας, παραδεχόμενος απλώς την ανάγκη της διατηρήσεώς του και προσπαθών μόνο να βελτιώσει τις σχέσεις μεταξύ δούλων και δεσποτών.

Διαμαρτυρίες κατά του θεσμού σποραδικές μόνον και ασθενείς ακούσθηκαν. Ο σύγχρονος του Αριστοτέλη ποιητής Φιλήμων (παρά Στοβ. Λογ. 174) υπενθυμίζει εις κάποιον δεσπότη ότι ο δούλος του, παρά την θέση την οποία κατέχει, δεν παύει να είναι άνθρωπος. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι υποστηρίχθηκε από κάποιους η αδικία του θεσμού. «Τισί παρά φύσιν δοκεί το δεσπόζειν. Νόμω γαρ τον μεν δούλον είναι, τον δ΄ ελεύθερον. Φύσει δ΄ ουδέν διαφέρειν. Δι΄ όπερ ουδέ δίκαιον. Βίαιον γαρ» (Πολιτ. Α,β,3). Ευρίσκει τις επίσης διαμαρτυρίες κατά της δουλείας παρά τους τραγικούς και κωμικούς ποιητές, τους ρήτορες κλπ. Σώζεται μάλιστα και πληροφορία κατά την οποία το μαντείο των Δελφών χρησμοδότησε ότι οι Χίοι, οι οποίοι πρώτοι, κατά την παράδοση, εισήγαγαν το έθος του χρησιμοποιείν και αγοράζειν δούλους, επέσυραν την οργή του θεού δια τούτο (Αθην. Στ΄).

Η στάση των φιλοσοφικών σχολών απέναντι του ζητήματος δεν είναι και τόσον ικανοποιητική. Οι επικούρειοι και οι στωϊκοί δεν παρεδέχθησαν μεν τις αριστοτελικές θεωρίες περί δουλείας, αλλά ούτε και ετόλμησαν ν΄ αποδυθώσιν εις αγώνας υπέρ της καταργήσεώς της. Αρκέσθηκαν εις το να μην κάνουν καμμία διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, προκειμένου περί του ζητήματος της τελειώσεως. Ανεγνώρισαν εις πάσης τάξεως άνθρωπο την ικανότητα της ηθικής τελειώσεως, υποστηρίζοντας ότι αληθής ελεύθερος – ανεξαρτήτως της κοινωνικής του θέσεως – είναι μόνον ο σοφός. Η κοινωνική δουλεία, όπως η φτώχεια και ο πόλεμος, είναι κατ΄ αυτούς απλό συμβάν το οποίο δεν δύναται να αλλοιώσει την φύση του ανθρώπου. επιλαμβανόμενοι του ηθικού προβλήματος αγνόησαν το κοινωνικό, την λύση του οποίου μετέφεραν εις το ηθικό επίπεδο. Ο Σενέκας διακηρύσσει ότι «το σύμπαν εν τω οποίω περιέχονται οι θεοί και οι άνθρωποι είναι ενιαίον τι και το αυτό πράγμα. Όλοι είμεθα μέλη ενός και του αυτού σώματος. Η φύσις μας έκανε συγγενείς, διότι μας κατασκεύασε εκ της αυτής ύλης και δια τα αυτά πεπρωμένα. Έθεσεν εν ημίν την αμοιβαία συμπάθεια και μας κατέστησε κοινωνικούς. Αυτή μας προστάζει να είμεθα χρήσιμοι εις τους ομοίους μας, ελεύθερους ή δούλους».

Ακόμα εντονότερα εκφράζεται ο Επίκτητος χρησιμοποιώντας αντιστρόφως την περί φυσικού προορισμού θεωρία του Αριστοτέλους και ισχυριζόμενος ότι εκ της φύσεως δούλος είναι μόνον ο στερούμενος λόγου, δηλαδή το ζώον και όχι ο άνθρωπος. Οπωσδήποτε, όπως και εις όλα τα κοινωνικά προβλήματα, έτσι και εις το πρόβλημα της δουλείας, η καλή θέληση των ανθρώπων ήτο η τελευταία η οποία θα είχε αποφασιστική σημασία. Εφ όσον το καθεστώς της δουλείας ήτο βαθύτατα ερριζωμένο εις το έδαφος της κατά την αρχαιότητα κρατούσης τεχνικής και απετέλει καρπόν αυτής, δεν ήτο δυνατόν να καταργηθεί χωρίς κίνδυνο πλήρους εξαφανίσεως της αρχαίας κοινωνίας και του πολιτισμού της, ώστε δεν πρέπει να μας ξενίζει και πολύ η στάση των διανοητών της αρχαιότητος απέναντι αυτού.

Χριστιανισμός και δουλεία.

Λέγεται συνήθως ότι ένας εκ των παραγόντων οι οποίοι συνετέλεσαν εις την βαθμηδόν κατάργηση του θεσμού της δουλείας, είναι η χριστιανική θρησκεία, η οποία ρητώς και δι όλου του ηθικού αυτής συστήματος κατεφέρθη ευθύς εξ αρχής εναντίον του θεσμού και τον απεκήρυξε. Ο ισχυρισμός ούτος, ο οποίος έχει καταπληκτική διάδοση, είναι εντελώς αβάσιμος, μη δικαιολογούμενος εξ ουδενός χωρίου της Κ.Διαθήκης και των πατέρων της Εκκλησίας. Τουναντίον μάλιστα, και εν τη Κ. Διαθήκη και από τους πατέρες της Εκκλησίας η δουλεία θεωρείται ως νόμιμος θεσμός εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται εξέγερση, καταβάλλεται δε προσπάθεια διακιολογίας του, η οποία μας αφήνει έκπληκτους. Ουδαμού των πηγών της χριστιανικής θρησκείας υπάρχει καταδίκη της δουλείας. Ο χριστιανισμός, ως εξωκοσμική ηθική μεταφυσική, απέφυγε ν΄ αποφανθεί επί των συνθηκών του κόσμου τούτου. Δίδαξε μόνον ότι ο θεός είναι πατήρ όλων των ανθρώπων – και επομένως ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον αυτού – ότι οι άνθρωποι είναι αδελφοί προς αλλήλους και ότι ο υπέρτατος νόμος είναι η αγάπη του θεού και του πλησίον.

Εις τας πρώτας χριστιανικάς κοινότητας μετείχον μεν και δούλοι άλλ΄ η συμμετοχή των δεν έφερε χαρακτήρα διαμαρτυρίας κατά του θεσμού και δεν απετέλει απαρχή αντιδραστικής κατ΄ αυτού τακτικής. Οι δούλοι εγίνοντο δεκτοί ως ίσοι ενώπιον του θεού. Ούτως, εις την προς Εφεσίους επιστολήν αυτού ο Παύλος λέγει τα εξής: «οι δούλοι υπακούετε τοις κυρίοις κατά σάρκα, μετά φόβου και τρόμου, εν απλότητι της καρδίας υμών εν τω Χριστώ, μη κατ΄ οφθαλμοδουλείαν ως ανθρωπάρεσκοι, άλλ΄ ως δούλοι του Χριστού, ποιούντες το θέλημα του θεού εκ ψυχής, μετ΄ ευνοίας δουλεύοντες ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι ό εάν τι έκαστος ποιήση αγαθόν, τούτο κομιείται παρά του Κυρίου, είτε δούλος είτε ελεύθερος» (Προς Εφεσίους στ΄5).

Εις την προς τον Τιμόθεο πρώτη διδάσκει: «όσοι εισίν υπό ζυγόν δούλοι, τους ιδίους δεσπότας πάσης τιμής αξίους ηγείσθωσαν, ίνα μη το όνομα του θεού και η διδασκαλία βλασφημήται» (Προς Τιμόθεον Α΄στ΄1). Αλλαχού παραγγέλλει εις τον Τίτο να συστήσει εις τους δούλους «ιδίοις δεσπόταις υποτάσσεσθαι, εν πάσιν ευαρέστους είναι. Μη αντιλέγοντας, μη νοσφιζομένους, αλλά πίστιν πάσιν ενδεικνυομένους αγαθήν, ίνα την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών θεού κοσμώσιν εν πάσιν» (Προς Τίτονβ΄9).

Εν τη προς Κολοσσαείς τέλος επιστολή του, αντί να συναγάγη εκ της περιφήμου διακηρύξεως «ουκ ένι δούλος ή ελεύθερος, αλλά πάντα και εν πάσι Χριστός», το συμπέρασμα ότι η δουλεία είναι παράνομος, ως αντικειμένη εις το φυσικό και θείον δίκαιον, επαναλαμβάνει τις ίδιες περί ευπειθείας συστάσεις (Προς Κολοσσαείς γ΄22).
Ο Πέτρος επίσης εις την πρώτη αυτού επιστολή συνιστά εις τους δούλους να υποτάσσονται «εν παντί φόβω τοις δεσπόταις, ου μόνον τοις αγαθοίς και επιεικέσιν, αλλά και τοις σκολιοίς» (Πέτρου Α΄,β΄,18).

Το παράδειγμα των Αποστόλων ακολουθούντες και οι Πατέρες της Εκκλησίας, επεδοκίμασαν τον θεσμό της δουλείας. Ο άγιος Κυπριανός και ο Γρηγόριος ο Μέγας, στηριζόμενοι επί του Αποστόλου Παύλου, υπεστήριξαν την αναγκαιότητα της παραδοχής του θεσμού. Το αυτό πράττει και ο Μέγας Βασίλειος ο οποίος μάλιστα και επικαλείται τον Παύλο, ο οποίος επανέδωκε εις τον κύριό του φυγάδα δούλο, δηλών δια της συμπεριφοράς του ταύτης, ότι αποδοκιμάζει παν είδος επαναστάσεως. Ο άγιος Ιγνάτιος συμβουλεύει τους δούλους να μην επιδιώκουν την απελευθέρωσή των, διότι ούτω διατρέχουν τον κίνδυνο να γίνουν δούλοι των παθών τους. Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης νομίζει ότι ο δούλος εις τον οποίο προσφέρεται οπωσδήποτε η ελευθερία, πρέπει να προτιμήσει να παραμείνει δούλος. Έτσι θα λάβει την ευκαιρία να υπηρετήσει έναν κύριο εις την γη και άλλον εις τον ουρανό. Σαφέστερη ακόμη η χριστιανική αντίληψη περί δούλων βρίσκεται εις τον άγιο Αυγουστίνο (De civ. Dei. ΙΘ΄,ιδ, και ιε). Κατ΄ αυτόν, δια του προπατορικού αμαρτήματος ανετράπη η τάξη της φύσεως και δικαίως επεβλήθη εις τον αμαρτήσαντα ο ζυγός της δουλείας. Προ του αμαρτήματος ουδείς ήτο δούλος. Η δουλεία είναι ποινή. Ένεκα τούτου ο απόστολος Παύλος παραινεί τους δούλους να υποτάσσονται εις τους αφθέντες των μετ΄ αγάπης προς αυτούς, δια να επιτύχουν την ελευθερία των δια της αγάπης. Ο Θωμάς ο Ακινάτος βεβαιώνει ότι η φύση προόρισε κάποιους ανθρώπους να είναι δούλοι, στηριζόμενος εκ των σχέσεων υποταγής οι οποίοι υπάρχουν και εις την φύση και εις τον ηθικό κόσμο, και επικαλούμενος το φυσικό δίκαιο, το ανθρώπινο δίκαιο, το θείο δίκαιο και την αυθεντία του Αριστοτέλους. Την άποψη αυτή των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας ακολούθησαν και οι μετέπειτα θεολόγοι, ουδενός τολμήσαντος να ταχθεί κατά του θεσμού.

Η κατάργηση του θεσμού της δουλείας

Εκ της όλης επισκοπήσεως του θεσμού της δουλείας καθίσταται φανερόν ότι αυτός γεννηθείς εις την κοινωνία εκ λόγων αντικειμενικών, της κρατούσης τεχνικής και τροφοδοτηθείς κατ΄ αρχάς εκ του πολέμου, αργότερον δε και εξ άλλων πηγών, δεν ήτο δυνατόν να εξαφανισθεί παρά μόνον όταν ήθελαν εκλείψει οι οικονομικοί λόγοι οι οποίοι τον γέννησαν. Το πρώτο βήμα προς την κατάργησή του απετέλεσε ήδη η κατά τους χρόνους της ακμής του θεσμού εγκαθίδρυση της δουλοπαροικίας. Αυτή κατασταθείσα κατ΄ αρχάς παραλλήλως προς την δουλεία υπό ορισμένες τοπικές και ιστορικές συνθήκες, αντικατέστησε συν των χρόνω την δουλεία ως συμφερότερη δια τους ιδιοκτήτες και την κρατούσα τάξη πραγμάτων εις την μορφή εκμετάλλευσης.

Ήδη από το τέλος των αρχαίων χρόνων άρχισαν να παρατηρούνται αθρόες ημιαπελευθερώσεις δούλων και μεταβολές αυτών εις δουλοπάροικους. Όταν ο θεσμός της δουλείας κατάντησε πολυδάπανος, διότι υποχρέωνε τους ιδιοκτήτες σε διατροφή των δούλων επί ποινή θανάτου αυτών και επομένως απώλειας της ανταλλακτικής των αξίας, είχε ήδη σημάνει το τέλος αυτού. Καθ΄ όλο τον φεουδαλικό μεσαίωνα επικρατούσα μορφή εκμεταλλεύσεως είναι η δουλοπαροικία, χάρις εις τα πλεονεκτήματα τα οποία είχε. Η δουλεία καταργήθηκε βαθμηδόν, δι΄ εξελίξεως της τεχνικής, η οποία δημιούργησε νέες συνθήκες εργασίας. Κατά τον μεσαίωνα η επικράτηση της γεωργικής οικονομίας και η μικρή ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου δημιούργησαν την ανάγκη μονίμου τάξεως καλλιεργητών η οποία να ενδιαφέρεται δια την παραγωγή, μη αποστερημένη τελείως των προϊόντων εργασίας της.

Όταν κατά το τέλος του μεσαίωνος – αυγή των κεφαλαιοκρατικών χρόνων – η γεωργική παραγωγή είχε καταντήσει επιζήμια και η αναζήτηση κεφαλαίων δια την διενέργεια του επικερδέστατου καταστήσαντος εμπορίου επιτακτική, τότε άρχισε να συντελείται η τελειωτική απελευθέρωση των απογόνων των δούλων δουλοπαροίκων, οι οποίοι, απεστερημέοι πλέον της γης των πατέρων των, η οποία απηλλοτριούτο βιαίως δια να μεταβληθεί εις βοσκήσιμο τόπο (επικερδέστερο) αναγκάζονταν να καταφεύγουν εις τις πόλεις, προλετάριοι πλέον και να ζητούν εκεί, ελεύθεροι, εργασία. Την βασική μάζα από την οποία αποτελέστηκε η τρίτη κατηγορία των δια λογαριασμό άλλων εργαζομένων, η εργατική τάξη, πρόσφεραν οι εκ των αγρών διωχθέντες δουλοπάροικοι. Η επάνοδος της δουλείας εγένετο μετά την ανακάλυψη του νέου κόσμου και την εντατικοποίηση της αποικιακής πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών, υπό νέους εντελώς όρους και με νέο υλικό. Τώρα το υλικό προσέφερε η έγχρωμος πληθυσμός των κατακτημένων χωρών.

Εις την αρχαία Ελλάδα ο εις τον οίκο του δεσποτου γεννηθείς δούλος εκαλείτο οικότριψ, προς διάκριση από του εξ αγοράς προερχομένου ο οποίος εκαλείτο οικέτης. Αν ο πατέρας και η μητέρα του γεννηθέντος ήσαν δούλοι, τότε αυτός εκαλείτο αμφίδουλος, αν οι γονείς ήσαν οικότριβες ο γεννώμενος εκαλείτο οικοτρίβαιος.
Η πηγή από την οποία ετρέφετο ο θεσμός της δουλείας ήταν κατά πρώτον η πειρατεία, αργότερα το εμπόριο. Κατά το χωρίο του ιστορικού Τίμαιου, παρατιθέμενο υπό ου Αθήναιου (Δειπνις. ΣΤ΄) πρώτοι επιχειρίσαντες εμπόδιο δούλων υπήρξαν οι Χίοι.

Η θέση των δούλων εις την Ελλάδα ήταν πολύ καλύτερη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πλην εννοείται της Σπάρτης, η οποία κατά τον Πλούταρχο, ήταν η καλύτερη πόλη δια τον ελεύθερο και η χειρότερη δια τον δούλο. Ειδικά εις την Αθήνα οι δούλοι χρησιμοποιούντο με ηπιότητα και είχαν ελευθερίες τις οποίες πολλές φορές καταχρώντο. Όσες φορές εισήγετο νέος δούλος εις την οικογένεια, εγίνετο εορτή και διενέμοντο τραγήματα όπως και εις τους γάμους. Οι δούλοι είχαν και τις εορτές τους. Έτσι, εις τις Αθήναις η πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων, τα Υακίνθια εις την Σπάρτη και άλλες εορτές εις την Αρκαδία συνήνουν τους δούλους εις την τράπεζα των κυρίων. Επίσης είχαν και το ιερατείο των, όπως εις την Επίδαυρο εις τον ναό της Αθηνάς, ο μέγας ιερεύς του οποίου έπρεπε να είναι δούλος φυγάς νικητής εις μονομαχία. Οι δούλοι διεκρίνοντο των ελευθέρων δια της βραχείας κόμης και των δισυλλάβων συνήθως ονομάτων των.

Δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο απελευθερώσεως δούλων εις τας Αθήνας. Ο ιδιοκτήτης χάριζε την ελευθερία εις τον δούλο ή δωρεάν η λαμβάνων απ΄ αυτόν κάποιο χρηματικό ποσό. Η νέα κατάσταση εις την οποία περιήρχετο ο δούλος εκαλείτο απελευθερία ο δε δούλος απελεύθερος.

Κατά τον μεσαίωνα, παράλληλα προς την δουλοπαροικία η οποία ήταν η επικρατούσα μορφή εκμεταλλεύσεως, ήδη από των τελευταίων προχριστιανικών χρόνων αντικαταστήσασα εις ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο το καθεστώς της δουλείας, ήκμαζε και η δουλεία εις τους διάφορους βάρβαρους λαούς οι οποίοι είχαν επιδράμει κατά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταλύσαντες αυτήν. Εις τους Γερνανούς η τάξη των δούλων ήταν πολυάριθμη. Από της εποχής του Τάκιτου τους χρησιμοποιούσαν δια την καλλιέργεια της γης και τους μετεχειρίζοντο μετ΄ ηπιότητος. Φαίνεται ότι ούτοι προήρχοντο εκ των αιχμαλώτων πολέμου και των υποταγμένων φυλών. Κατά την στιγμή της εναντίον του ρωμαϊκού κράτους επιδρομής των οι Γερμανοί είχαν πολλούς δούλους δια τις αγροτικές και τις οικιακές εργασίες. Το εμπόριο των δούλων οργανώθηκε και έλαβε μέγιστη έκταση μετά τους κατακτητικούς πολέμους των Φράγκων και του γερμανικού βασιλείου εναντίον των λαών της ανατολικής Ευρώπης. Οι μεταξύ Έλβα και Οδέρου Σλαύοι, ως και οι των οχθών της Βαλτικής, πωλήθησαν κατά χιλιάδες ως δούλοι κατά τον μεσαίωνα. Εξ αυτών προήλθε και η λέξη εις τις ευρωπαϊκές γλώσσες δηλούσα τον δούλο (esclave, sklave, slave, σκλάβος). Οι Μαυριτανοί της Ισπανίας επωλούντο εις Γαλλία, εις Λυών, της οποίας διενεργείτο ακμαίο δουλεμπόριο υπό Ιουδαίων κατ΄ εξοχήν.

Από τον ΙΕ΄ αιώνα η δουλεία επεβλήθη υπό των ευρωπαϊκών εθνών εις τους αυτόχθονας λαούς της Αφρικής και της Αμερικής. Ο νέος αυτός θεσμός στηρίχθηκε αποκλειστικά επί της αυθαιρεσίας και κτηνωδίας των πεπολιτισμένων λαών της Δύσεως καταχρωμένων των δυνάμεών των και έσχε την πλέον επονείδιστη και απάνθρωπη μορφή την οποία υπεδύθη ποτέ η δουλεία. Υπήρξε σκληρή, ασύστολή και βαθύτατα ανήθικη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και εξακολουθεί ουσιαστικά να υφίσταται και σήμερα ακόμη εις την Αφρική προς δόξαν του νεώτερου πολιτισμού. Η ιστορική αρχή της νεώτερης αυτής μορφής της δουλείας πρέπει ν΄ αναζητηθεί εις τα ήθη των Ισπανών και Πορτογάλων οι οποιοι καθ΄ όλο τον Μεσαίωνα εξηκολούθουν να διενεργούν την δουλεμπορία.

Όταν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι κατέκτησαν τις διάφορες χώρες της Αμερικής, κατέστησαν δούλους τους αυτόχθονες οι οποίοι πολύ ταχέως δεκατιζόμενοι εκ των ασθενειών και των κακουχιών εκφυλίσθηκαν και απώλεσαν κάθε εκμεταλλεύσιμη ικανότητα και δια τούτο πολύ ταχέως έπαυσαν να ενδιαφέρουν τους Ευρωπαίους κατακτητές, οι οποίοι έστρεψαν την προσοχή των εις την Αφρική. Η Αφρική παρείχε ζωτικότερο εκμεταλλεύσιμο υλικό, τους μαύρους, και προς τούτο δημιουργήθηκε η σχετική θεωρία έχουσα καταπληκτική διάδοση, κατά την οποία η μαύρη φυλή ήτο κατωτέρα και εκ φύσεως προορισμένη να εξυπηρετεί την λευκή, την εκλεκτή του (λευκού) θεού φυλή. Το 1511 ο βασιλεύς της Ισπανίας Φερδινάνδος απέκτησε μέγα αριθμό δούλων, αγορασθέντων εις τα παράλια της Αφρικής. Έκτοτε εις το εμπόριο της μαύρης σαρκός ανεμείχθησαν κεφαλαιούχοι και ηγεμόνες, ο Κάρολος ο Ε΄, η Ελισάβετ και ο αντίπαλός της Φίλιππος ο Β΄, ο Κάρολος ο Β΄της Αγγλίας, ο οποίος και πρώτος έκοψε τις χρυσές «γουϊνέες» ως νόμισμα του κράτους του δια να τιμήσει το εμπόριο των μαύρων της Γουϊνέας.

Το εμπόριο των μαύρων δούλων υπήρξε αφορμή πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Ολλανδίας, άλλου πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Ισπανίας και μετά των συνθηκών της ειρήνης το προνόμιό του περιήρχετο από το ένα κράτος εις το άλλο, έως ότου από το έν κράτος εις το άλλο, από την Δανία η οποία έδωσε το σύνθημα το 1802, έως την Ισπανία η οποία το πραγματοποίησε το 1820, η δουλεμπορία των μαύρων κηρύχθηκε εκτός νόμου, χαρακτηρισθείσα ως λαθρεμπόριο. Αλλά η εκτός νόμου θέση της δουλεμπορίας δεν έθεσε τέρμα εις αυτήν και εις τον θεσμός της δουλείας.

Ουσιαστική κατάργηση της δουλείας εις την Ευρώπη έγινε μόλις κατά το 1840, εις δε την Ρωσία το 1861. εις Αμερική εξακολουθούσαν να υφίστανται μαύροι δούλοι μέχρι του 1864, μολονότι μετά τον χωριστικό πόλεμο (1732-1799) εις το Σύνταγμα των Ην. Πολιτειών είχε θεσπιστεί η «απόλυτος ισότης των πολιτών». Εις Κίνα και Νεπάλ η δουλεία ησκείτο και ανεγνωρίζετο μέχρι πρότινος, όταν το 1927 καταργήθηκε εις Νεπάλ, οι χειραφετηθέντες δούλοι ανήρχοντο εις 60.000. Εις πολλά μέρη της Αφρικής εις τις διάφορες αποικίες εξακολουθεί υφιστάμενος ο θεσμός υπό την προστασία των εκπολιτιστριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης, όπου δεν έχει καταργηθεί (όπως εις Σιέρα Λεόνε, Γουϊνέα) αντικατασταθείς υπό της δουλοπαροικίας, κατ΄ ουδέν εβελτιώθη η θέσις των δυστυχών μαύρων, οι συνθήκες της ζωής των οποίων, εν πλήρει εικοστώ αιώνι, ατιμάζουν τον ανθρώπινο πολιτισμό και εξεγείρουν την συνείδηση παντός ανθρώπου.

Μάρω Κιουλάφα

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/541/

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

:bye: 
more...