«

»

Εκτύπωσέ το Άρθρο

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΓΙΑΝΝΗ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΓΙΑΝΝΗ

Ο παπα-Γιάννης είχε τρία παιδιά. Δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, την Μαρία. Δεν είχε προβλήματα με τα παιδιά του.

Μέχρι που η κόρη του, που της είχανε βγάλει το παρατσούκλι Στρουμπούλω, γιατί ήταν χάσκια και γεματούλα, άρχισε σιγά-σιγά ν’ αδυνατίζει και να κλείνει, όλο και πιο πολύ, το στόμα της μπροστά στους άλλους. Θα ήταν τότε 17 χρονών όταν ο παπα-Γιάννης πρόσεξε αυτή την αλλαγή στο φέρσιμο και στην ανάπτυξή της.

Κι όταν η παπαδιά του πήγε κάτι να του πει, για τ’ αλλιώτεμα της κόρης τους, αυτός την καθησύχασε λέγοντάς της ότι ήταν καμώματα της ηλικίας. Ποιο κορίτσι δηλαδή στην ηλικία που αρχίζει να γίνεται γυναίκα δεν δείχνει τέτοια σημάδια.

Άλλο όμως ήταν το ντέρτι του. Ακόμα δεν το είχε ομολογήσει στην παπαδιά του. Κι αυτή το περίμενε ώρα με την ώρα. Γιατί όταν τον ρώτησε για τις αλλαγές της κόρης του, είχε την ελπίδα να θίξει ο άντρας της αυτό που τύχαινε και για τους δυο ανομολόγητο.

Ήταν που η κόρη τους, τον τελευταίο καιρό, δεν ξεκολλούσε από την εκκλησία. Επί πλέον ήξεραν κι οι δυο πως τα βράδια, που τάχα μου διάβαζε για το σχολείο, ότι το έριχνε στις προσευχές και στα πατερημά. Κι άντε τώρα εσύ, θεοσεβούμενη παπαδιά, να συμβουλεύσεις το παιδί σου να λιγοστέψει τις προσευχές. Να απουσιάσει και καμιά φορά από τις λειτουργίες.

Κι επειδή από την γυναικεία διαίσθηση δύσκολα ξεφεύγει κάτι, το έβλεπε ότι κι ο παπά της τα είχε προσέξει όλ’ αυτά, κι ότι τον στενοχωρούσαν αυτές οι εξελίξεις. Πώς όμως γίνεται άλλα να λέει και να κάνει κανείς, κι άλλα να συμβουλεύει. Τέτοια αναποδιά.

Δεν θέλανε με τίποτε το κοριτσάκι τους να κλείνει στο κυριελέησον. Ας γινότανε τα αγόρια τους παπάδες. Θα ήταν μέσα στον κόσμο. Θα έκαναν οικογένειες και παιδιά. Αλλά η κόρη. Η Μαρία τους καλογριά. Θεός φυλάξει. Σε ποιόν να πουν τον πόνο σου.

Θυμήθηκε η παπαδιά την θεία της την Χριστίνα, που έτρεχε έξω από το μοναστήρι της Παναγιάς της Βρεφοκομούσας και ξεφώνιζε σαν δαιμονισμένη, να της δώσουν πίσω την μονάκριβη κόρη της, την ξαδέλφη της την Άννα. Αν και ήταν τότε 10 χρονών αισθάνονταν σαν να τα έβλεπε τώρα μπροστά της.

Κι άντε η θεία της ήταν λαϊκή. Αυτή μια θεοσεβούμενη παπαδιά πώς θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο για πρεπούμενο. Μωρέ ποιος διάολος μπήκε μέσα της. Ήμαρτον Παναΐτσα μου. Ολημερίς δυο λέξεις στριφογύριζαν στο μυαλό της: διάολος-ήμαρτον, διάολος –ήμαρτον.

Κι αν ήταν θέλημα θεού. Η απελπισία περίσσεψε πια μέσα στα φυλλοκάρδια της. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μέσα στην απόγνωσή της σκέφτηκε την Παναγία. Άρχισε την προσευχή της: Παναγία μου, εσύ που… Στο που σταμάτησε. Θυμήθηκε τρία μοναστήρια με τ’ όνομά της. Και δεν έφτανε αυτό. Θυμήθηκε και τ’ άγιο όρος, το περιβόλι της Παναγιάς που το λένε.

Να ’χε και καμιά αμφιβολία για την κόρη της. Δύσκολα πέφτει έξω μιά μάνα όταν ζυγιάζει το παιδί της. Ήταν ολοφάνερο: το κοριτσάκι της καλογριά.

Δεν άντεξε άλλο. Την έπιασε και ταχυκαρδία. Πήρε την απόφαση να μιλήσει στον παπά της. Του ξομολογήθηκε το ντέρτι της μια βραδιά πριν πέσουν στο κρεβάτι. Παπά μου χάνουμε το παιδί μας, την Μαρία μας. Τι θα κάνουμε τώρα.

Κι αυτός ο ευλογημένος, αντί να βγάλει μια μιλιά, στη στιγμή άρχισε να κλαψουρίζει. Και δεν έλεγε ν’ ανοίξει το στόμα του παρά έκλεγε χωρίς φωνή. Λες κι αισθάνονταν ο μοναδικός ένοχος.

Ήταν ήσυχο ανθρωπάκι ο παπα-Γιάννης. Δεν ήταν από κείνους που γίνονταν παπάδες μόνο για τον μισθό. Πίστευε ο άνθρωπος. Και τώρα αισθάνονταν βαριά στους ώμους του ένα αδιέξοδο. Να μη ξέρει τι να κάνει ολότελα. Να μη θέλει να προδώσει αυτά που οδήγησαν τα πράγματα στη συμφορά του.

Ο κόμπος όμως είχε φτάσει στο χτένι. Δεν σήκωνε πια άλλη αναβολή. Πήραν την απόφαση να μιλήσουν στο κορίτσι τους κι οι δυο μαζί. Πατέρας και μάνα. Κι έγινε αυτό μετά την λειτουργία της Κυριακής.

Μαρία κορίτσι μου ξέρεις να, η μάνα σου κι εγώ θέλουμε σε ρωτήσουμε μερικά πράματα, που σε βλέπουμε τον τελευταίο καιρό… Δεν πρόλαβε ο δυστυχής ν’ αποσώσει τον λόγο του. Η Μαρία βλέποντας τον πατέρα της σ’ αυτή την δύσκολη θέση, που έτρεμε η φωνή του, τον λυπήθηκε και θέλησε να σταματήσει την αγωνία του, μιά ώρα αρχύτερα.

Πατέρα κι εγώ ήθελα εδώ και καιρό να σας πω κάτι αλλά δίσταζα γιατί ήξερα ότι θα σας στενοχωρήσω πολύ. Ο παπα-Γιάννης έριξε αμέσως το βλέμμα του στη παπαδιά που έγινε κίτρινη σαν το κερί. Ο ίδιος αισθάνθηκε ότι έχασε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του, όταν το κορίτσι τους συνέχισε: εγώ να το ξέρετε σας αγαπώ πολύ και δεν έχω κανένα παράπονο από σας, ίσα-ίσα, αλλά αποφάσισα να αφιερωθώ στον Χριστό. Μ΄ έπιασε αυτός ο θείος έρωτας, ο έρωτας του Χριστού.

Η παπαδιά, ακούγοντας αυτό το τελευταίο ένιωσε σαν να άναψε μια φλογίτσα στο καντηλάκι της ελπίδας της. Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Βρε κοριτσάκι μου τι είν’ αυτά που λες, είναι αμαρτία να ερωτευτείς τον Χριστό μας. Αυτός είναι θεός μας. Μη το λες αυτό ξανά και κολάζεσαι. Η κακομοίρα δεν γνώριζε καθόλου αυτές τις θρησκευτικές θεωρίες.

Ο παπα-Γιάννης όμως που γνώριζε ένιωσε μια μαχαιριά στο στήθος του κι έχασε για τα καλά την γλώσσα του. Θυμήθηκε καλά σε ποιο καταραμένο βιβλίο, έτσι τού ’ρθε να το πει μέσα του, στη βιβλιοθήκη του ήταν γραμμένα αυτά που άκουγε από την κόρη του, γιατί κι αυτός είχε απορέσει τότε που τα διάβασε. Μήπως δεν την έβλεπε που ο δόλιος που το κράταγε συνέχεια στα χέρια της.

Και δεν του έφτανε αυτό το κακό που τον βρήκε αλλά άρχισε τώρα να φοβάται και την αντίδραση της παπαδιάς εναντίον του , αν μάθαινε ότι από τα βιβλία του επηρεάστηκε το παιδί. Προτιμούσε ν’ ανοίξει η γης και να τον καταπιεί. Δεν πρόλαβε δε καλά-καλά να ζυγίσει τις φοβίες του αυτές και η μπόρα ξέσπασε, δίχως να μπορεί καθόλου να την σταματήσει.

Μάνα εσύ δεν ξέρεις γι’ αυτό το λες αυτό. Να, όλ’ αυτά είναι γραμμένα στα βιβλία του μπαμπά. Αν θες να σου τα διαβάσω. Ο παπα-Γιάννης έσκυψε κι έχωσε το κεφάλι του μέσα στις φούχτες του.

Η παπαδιά αμέσως κατάλαβε. Ήταν αλήθεια όλ’ αυτά που έλεγε το κορίτσι της. Αυτός και τα βιβλία του να φταίνε για την καταστροφή του παιδιού της!

Σταύρος Βασδέκης

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/1611/

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

:bye: 
more...