«

»

Εκτύπωσέ το Άρθρο

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ

 

laskaratos-1
Του Ανδρέα Λασκαράτου

Εκείνος οπού μ’ εζωγράφισε ήτον ένας τεχνίτης μάλλον άτεχνος. Μ’ έκαμε καθισμένη με το παιδί μου στα γόνατά μου. Και του παιδιού μου του εφόρεσε παπούτσια κόκκινα… μα τούτα δεν ενδιαφέρουν.

Κονεμένη από πολλούς χρόνους πρώτα, στο σπήτι ενός χωριάτη, ήμουνα εκεί πολύ ευχαριστημένη, επειδή και το καντήλι μου είχα πάντα αναμμένο, και το λιβάνισμά μου κάθε Σάββατο ελάβενα, και ο μεγάλος αγιασμός κάθε τόσο από τον εφημέριο του χωριού δεν μου έλειπε.

Στην οικογένεια εκείνη, εχτός ενός μόνου, ήσαν όλοι φοβόθεοι και καλοί άνθρωποι. Ενός μόνου, λέγω, επειδή ο πρωτότοκος υιός του χωριάτη ήτον εις το άκρον διεφθαρμένος.

Ο νέος εκείνος, άνθρωπος, τότε πλέον 35 χρόνων ηλικίας, αφού έλαβε διάφορες φυλάκισες δια κλεψιές, και διαπληχτισμούς εις την ταβέρνα, χαρτοπαίζοντας και μεθοκοπώντας, και ανίκανος δια πάσαν εργασίαν, εσχεδίαζε να γενή παπάς. Εννοείται δε ότι ο Δεσπότης μας τον ευλόγησε, και του έδωσε την άδεια να καταχράται τα θεία, καθώς εκαταχράσθηκε και τ’ ανθρώπινα.

Μια φορά παπάς, του εχριαζότουνε κ’ ενορία. Αλλοιώς ήθελ’ είναι άσκοπη η παπαδωσύνη του Παπά – Διαόλου. (Έτσι τον είπανε οι φίλοι του στο χωριό, όταν τον είδανε ρασοφόρο). Αλλά η ενορία, δια πνευματικάς αιτίας, ήτον δύσκολη δι’ αυτόν. Ποιός τον ήθελε σπήτι του…!

Μια μέρα που απελπισμένος έστεκε κ’ εσκεφτότουνε αν τον εσύμφερνε να ρίξη τα ράσα, και ν’ ανοίξη μακελιό στο χωριό μας, εκοίταξε σ’ εμέ, και με φρίκη μου τον άκουσα να μουρμουρίση. «Και συ, Παναγία, πόκαψες τόσο λάδι του σπητιού μου, χωρίς ποτέ να ιδούμε από σε καμμίαν ωφέλεια, κάνε τώρα το θαύμα σου να μόβρης εκκλησιά και διάφορο».

Έμειν’ έπειτα τόσην ώρα και μ’ εκοίταζε άσειστος μ’ ένα βλέμμα αποτρόπαιο, και σα να εσχεδίαζε κακό στο νου του! Ευθύς έπειτα σα να αποφάσισε το κακούργημά του, εσηκώθηκε, μ’ εξεκρέμασε από το καρφί μου, μ’ έβαλε απουκάτου στα ράσα του, επήρε και την κούπα του καντηλιού μαζί του κρυφά κ’ εκείνη, μας επήγε σ΄ ένα του χωράφι, κοντά στο σπήτι του, μ’ έβαλε εμέ μέσα σ’ ένα βάτο, και μου άναψε το καντήλι εκείνο, το οποίο κρυφά εγνοιαζότουνε, και ακολούθως δια πολλά ημερόνυχτα εκαιότουνε πάντα εμπρός μου.

Όταν η γραία μάνα του αποζήτησε την Παναγία της, τη συντρόφισσα της όλης ζωής της, ο παπάς εκαμώθη πως δεν ήξερε τίποτα! Και μόνον έλεγε «η Παναγία μας έφυγε».

Επέρασα κάποσα ημερόνυχτα σ’ εκείνην την έχθεση, όπου έλαβα επίσκεψες πολλές, από σαλαβρίχια, από σακούδες και από άλλα ζούπαστρα. Μα τέλος πάντων οι χωριανοί απεικάσανε το φως του βάτου, και οι μπιστικοί, περίεργοι να ιδούνε τι ήτανε, ήλθανε μια νυχτιά εις το φως μου.

Ο θαυμασμός και ο τρόμος των απλοϊκών εκείνων ανθρώπων, μου έκαμε πονόκαρδο. Οι δύστυχοι! ενομίσανε να βλέπουνε θαύμα! ετραβηχθήκανε έντρομοι, κ’ ετρέξανε στου παπά το σπήτι, νομίζοντες πως ο παπάς δεν ήξερε τίποτε. Πραγματικώς, ο Παπα – Διάολος εκαμώθηκε να μην ξέρη τίποτε. Ήλθ’ ευθύς επί τόπου, είδε τάχα το θαύμα, έβαλε το καλυμαύχι του, εγονάτισε με μεγάλην υποκρισίαν, και είπε – «Η κυρά μου που έφυγε από το πατρικό μου σπήτι, και ήλθ’ εδώ φέρουσα και το καντήλι της μαζί της, δηλοί με τούτο εμφανέστατα ότι θέλει εκκλησία έδεπα. Χριστιανοί, να γένη το θέλημα της Θεοτόκου».

Εκεί τότ’ επόθηκε να με σηκώσουνε και να με πάνε στην εκκλησιά του χωριού έως ότου γένη ένα ερμοκκλήσι, προσκυνητήρι μου.

Ο παπάς εφάνηκε να εσυγκατένευε στην εκφρασμένη γνώμη των χωρικών, και ήλθε μάλιστα κ’ έπιασε από το ένα μέρος, ενώ από το άλλο, άλλος χωρικός είχε πιάσει δια να με σηκώσουνε. Αλλ’ ω του θαύματος ! δεν εσηκωνόμουνα! Ήμουνα για τον χωριάτη σαν καρφωμένη στο κάθισμά μου. Ο χωριάτης δεν ημπόρηε να με σηκώση! – «Θαύμα ! εφώναξε ο παπάς, θαύμα!» οπού αντί να με σηκώνη, μ’ εστίβαζ’ εξεναντίας κρυφά με όλη του τη δύναμη, δια να μη μπορεί ο χωριάτης να με σηκώση.

Εις τη φανέρωση του θαύματος τούτου, οι μπιστικοί, και όσοι άλλοι εκεί παρόντες, εγονατίσαν εμπρός μου, κ’ επροσκυνήσανε. Την ακόλουθην αυγή το θαύμα ήτον η ομιλία του χωριού όλου, και οι χωρικοί εφανατίζοντο υπέρ της εικόνος, της οποίας τότε πλέον έπρεπε να γένη ερμοκκλήσι έδεκει, δια να γένη το νομιζόμενο θέλημά μου, επειδή μου εβλέπανε θαυματουργικήν ημπόρεσην, και μ’ ελέγανε ισοδύναμην με άλλες Παναγίες πολύ θαυματουργικές και μεγαλοδύναμες.

Μα ένα ερμοκλήσι καθώς το εννοούσανε οι χωριανοί, για μόνον προσκυνητήρι, δεν έμπαινε στην ιδέα του παπά μου, ο οποίος είχε σχεδιάσει με το νου του εκκλησιά μεγάλη, με συχναστάς, με θαύματα, με πανηγύρια, και με ωφέλειες. Ο παπάς ήθελ’ εμπόριο, ήθελε μαγαζί, εις το οποίο να πουλή λάδι από το καντήλι μου, και προστασία ιδιαίτερη δική μου στους ξενητεμένους, και στους αρρώστους τού γυναικούλωνε. Του παπά του εχρειαζότουνε ένα είδος Κεχριωνίτισας, Δραπανιώτισας, Παλαιόχτιστης, Τηνιώτισας. Ένα τέτοιο του εχρειαζότουνε του παπά – Διαόλου.

Για ένα τέτοιο, βέβαια, το χωριό δεν έφτανε για τα έξοδα: και έπρεπε και η κοντακιανή χώρα να φορολογηθή κ’ εκείνη. Έτσι, ανάγκη πάσα ναν το μάθη και η χώρα, και να φανατισθούν οι γυναικούλες της χώρας.

Ο παπά – Διάολος ήξερε τον τρόπο. Ο φανατισμός είναι κολλητικός. Κ’ έφτανε δια να διαδοθή και στη χώρα, να κατεβούνε κάτου οι χωριάτισσες οι πλέα φανατικές, να πάνε ναύρουν τες γυναικούλες εις τ’ αρχοντόσπητα, να τους διηγηθούν τα θαυμάσια, και ναν τους εμπνεύσουνε το φανατισμό τους.

Πραγματικώς, γενομένο τούτο, τα βρακιά ακολουθήσανε τα βελέσια, και ετρέχανε με προσφορές και με τάμματα διάφορα, κερί, λάδι, βεριέτες, βέρες, δακτυλίδια, και τα παρόμοια.

Μα τότε οι χωρικοί βλέποντες την δημόσιαν ευλάβειαν τόσο πτοσοδοφόραν, και γνωρίζοντες τη διαγωγή του παπα-Διαόλου μάλλον ύποπτην, εζητήσανε από αυτόν την παρακατάθεσην του πλούτου εκείνου στα χέρια τους. Αλλ’ αυτός εξεγέρθη εναντίον τους, λέγοντας ότι η Παναγία η θαυματουργή είναι χ τ ή μ α τ ο υ, είναι πράμα δικό του, και ότι ακολούθως δικοί του είναι και οι καρποί του χτήματός του εκείνου! Ο παπα-Διάολος συντροφεύοντας τες νόμιμες τπύτες αξίωσές του με γροθιές ανδρίστικες, εκατόρθωσε ν’ αναγνωρισθή το δικαίωμά του, και να μείνη αυτός κύριος του παναγιακού πλούτου.

Εντοσούτω η φήμη μου, που είχε διασπαρεί στην επαρχίαν όλην, και η φήμη του παπά ιδιοχτήτη μου που εμεγάλωνε μαζί με την εδική μου, ως ακόμη και κάποιες πολιτικές λεγόμενες ραδιουργίες, επαρακινήσανε τον Αρχιερέα του Νομού, καίτοι γνωρίζοντος τη διαγωγή του παπά μου, να τον υψώση εις Αρχιμανδρίτην της Εκκλησίας, και πνευματικόν πατέρα του ποιμνίου.

Ο καϋμένος! Δεν έφθασε να χαρή ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μια λογομαχία στην ταβέρνα μ’ ένα παιδί που του εκατηγορούσε αθέμιτες σχέσεις με τις γειτόνισες, ετέλειωσε με δυο μαχαιριές οπού ο δεσπότης έδωσε του παιδιού στην κοιλιά, και το άφησε λείψανο.

Οι χωριανοί τότες επιάσανε τον παπά, τον εδέσανε, τον εκατεβάσανε στη χώρα, τον επαραδόσανε στα χέρια της Δικαιοσύνης και ο παπάς μου εκαταδικάσθηκε δεκαπέντε χρόνους φυλάκιση.

Με το δυστύχημα του παπά μου εγώ έμεινα διαθέσιμη. Οι χωριανοί εκάμανε συμβούλιον, και αποφασίσθηκε να με πάρουνε στην εκκλησιά του χωριού. Ήλθανε λοιπόν μετά φανών και λαμπάδων, και, εν πλήρει εκκλησιαστική παρατάξει, μ’ επήρανε και μ’ εφέρανε στην εκκλησία και μ’ εθέσανε σ’ ένα θρόνο επιταυτού φτιασμένο για Παναγιές.

Το ομολογώ – Βαλμένη σε θρόνο, και υψωμένη εις Θεότητα, άρχισα να αλαζονεύομαι. Αλλ’ όταν εθυμόμουνα πώς ήμουνα ενταυτώ και ι δ ι ο χ τ η σ ί α… το φρόνημά μου εκατάπεφτε, κ’ εματαγενόμουνα χρώματα και ταύλα…

Εκεί τότες αρχίσανε τα θαύματά μου με ταχτικό, κανονικό βάδισμα. Όποιας μάνας εγιατρευότουνε το παιδί της, εγώ το εγιάτρευα, και όποιας της απέθαινε το παιδί της, ο γιατρός το εσκότωνε. Έτσι το έργον μου καθώς βλέπετε εγενότουνε εν ασφαλεία και χωρίς φόβον χρεωκοπίας: επειδή οι γιατροί είχανε τους χαμούς, κ’ εγώ τα κέρδη.

Ο νέος μου ιδιοχτήτης, ο εφημέριος της εκκλησίας εκείνης, με έζωσε μία ζώνη μεταξωτή, η οποία δεν άργησε να γιομίση από τα λεγόμενα θροπάρια, δηλαδή φύλλα ασημένια, και κάποτε και χρυσά, με απάνου τους ιστορισμένο το μέρος του σώματος του παιδιού που ελέγανε πως εγιάτρεψα.

Έκανα και άλλα θαύματα ακόμη, που πρέπει ναν το πιστέψω πως τα έκανα, επειδή όλοι το ελέγανε. Βέβαια, δεν έφερνα σκλάβους από τη Μπαρμπαριά, καθώς τους έφερνε η Κεχριωνίτισα. Δεν ίδρωνα, καθώς ίδρωνε η Παλαιόχτιστη. Δεν έρριχνα σμπάρα, καθώς τα ρίχνει η Δραπανιώτισα. Μα όλοι το λένε πως το λάδι του καντηλιού μου επροφύλαε τους πιστούς από πολλά ενάντια, και τους εγιάτρευε πολλές αρρώστιες. Και αν είναι αλήθεια πως τους ελύτρωνα τους άνδρες τους από κάθε κίνδυνο, μα την αλήθεια που δεν έκανα λίγο.

Εχρειαζότουν όμως να κανονισθούν και οι ταχτικές ωφέλειες οπού έπρεπε να δίνω στην εκκλησία, επειδή «όλοι οι σκύλοι μια γενιά», και, με το ν’ αλλάξω ιδιοχτήτες, δεν άλλαζα διόλου πράμματα. Ακολούθως αποφασίστηκε, ότι καθέχρονα ήθελε γίνεται πανηγύρι, δια να πανηγυρίζονται τα χρονοστρόφια της ευρέσεώς μου στο βάτο. Το πανηγύρι να προηγείται από μοληνύχτι, σαν οπού τα μοληνύχτια τραβούνε κόσμο, και φέρνουνε διάφορο. Να γένεται και άλλο σχεδόν πανηγύρι ως ανάμνησην της μετακομίσεώς μου εις την εκκλησίαν.

Αλλά και το ένα και το άλλο δεν εδικούσανε: και η σύσταση μιας ταχτικής κ α σ ε λ έ τ α ς ευρέθηκε ωφέλημη. Μια κασελέτα η οποία να γυρίζει χώρες και χωριά ακολουθημένη από δεύτερον άλλον άνθρωπον όστις ήθελε βαστά λάτινον αγγείον δια λάδι, και σακκί δια βαμπάκι, το όλον, δ ι α τ η ν Π α ν α γ ί α ν τ ο υ Β ά τ ο υ. έτσι με ονομάσανε.

Τούτα και άλλα τέτοια εγενήκανε, δια τα οποία όλα οι δουλειές μας επροοδέψανε κ’ ευτυχούσανε τόσο, που, τότε άλλες φημισμένες θαυματουργές Παναγίες αρχίσανε να ξεπέφτουνε και να με ζηλεύουνε. Της Κεχριωνίτισας της ολιγόστεψαν οι συχνασταί της. Στη Δραπανιώτισα δεν επηαίνανε πλέον παρά γυναικούλες από το Ληξούρι, και η Παλαιόχτιστη, εξακολουθούσε πάντα να ιδρώνει, μα ίδρωνε του κάκου. Κανείς δεν τον έγνιαζε για τον ίδρωτά της. Εγώ τότες είχα όλην την τράβηξη!

Εντοσούτω εσιμώσανε και τα χρονοστρόφια της ευρέσεώς μου στο Βάτο. Δεκαπέντε μέρες πρωτήτερα,

Οι καμπάνες μανιωμένες

Έκαναν σα λυσσιασμένες,

δίνοντας έτσι δεξιά – ζερβιά και ολούθε, την αγγελία της εορτής μου.

Οι καμπάνες εσταθήκανε πάντα, για τους παπάδες, εκείνο που για τους αγνώριστους συγγραφείς είναι ρεκλάμες στες εφημερίδες. Για τα βρωμόπαιδα του δρόμου, η μεγαλύτερή τους διασκέδαση. Και για την κοινωνία, το φρικωδέστερό της μαρτύριο.

Μα ήλθε τέλος πάντων και η παραμονή. Κ’ εκείνην την νυχτιά είχα ένα από τα λαμπρότερα μοληνύχτια. Πολλοί από τους προσνυνητάδες μου, ετρέχανε στους σιμωτινούς κάμπους κουρσεύοντες και λεηλατούντες. Πεπονόκηπους, χειμωνικόκηπους (καρπουζόκηπους), συκές, και ό,τι άλλο, τα θυσιάζαν όλα στο πανηγύρι μου. Και μ’ ετιμούσανε κρεμνίζοντες λιθιές, και τσακίζοντες κλάδους. Έξω πάλι στο προαύλιό μου, πλήθος άλλοι προσκυνητάδες, οπού ερρίχνανε το λιθάρι, επαίζαν τσ’ αμάδες, ετραγουδούσανε, ετρώγαν, επίνανε, αγοράζοντες από τα εκεί στημένα τραπέζια.

Μέσα η πλατεία της εκκλησιάς όλη γεμάτη φιλακόλουθες γυναικούκες κάθε είδους. Άλλες καθισμένες εις τα στασίδια, άλλες γερμένες απάνου σε παπλώματα, άλλες ακουμπησμένες σε μαξιλάρια, και άλλες να δροσίζονται από καιρό σε καιρό με λεμονάδες, ορτσάδες, χειμωνικά, πεπόνια, καφφέδες, μυστοκούλουρα, στραγάλια… και λοιπά όμοια.

Εκεί γερόντισες οπού μου εδεόντανε να σωφρονίσω τες νυφάδες τους. Νυφάδες οπού μου εδεόντανε να σκάσω τες πεθερές τους. Κοπέλες οπού ηθέλανε να τες βοηθήσω να λάβουν άνδρα. Και νέοι που θέλανε να τους βοηθήσω να απατήσουν κοπέλες!…

Οι κουβέντες τους και τα κρυφόγελά τους ήτον ό,τι θελκτικώτερο. Τα ερωτικά σημεία μεταξύ συνεννοουμένων, οι τσιμπιές, οι ψεύτικες κακοφάνιες, στριφογκονόματα, τα πετεχτά φιλιά, η σκάση του γριώνε… ήτον ένα πράμα νεοφανές δια εμέ και διασκεδαστικότατο, και μ’ ενασχολούσεν εξολοκλήρου, ώστε δεν επρόσεχα διόλου σ’ εκείνα που μου ελέγανε οι ψαλτάδες και οι παπάδες. Ήτανε η πρώτη φορά που ευρισκόμουνα σε μοληνύχτι. Μα βέβαια – βέβαια, η Αφροδίτη ήθελε ζηλέψει το μοληνύχτι μου.

Ήτον έπειτ’ από τα μεσάνυχτα, που ο πρωτοψάλτης εγύρεψε καφέ. Τούτο βέβαια είναι ταχτικό. Μα όταν ο γαστάλδος του τα επήε, ο πρωτοψάλτης ήθελε ναν του πάνε και κουταλάκι. Μα, γύρευ’ εκείνην την ώρα κουταλάκια!… ο γαστάλδος έβγαλε το φαρτσέτι του και ο πρωτοψάλτης δεν το εκαταδέχτηκε. Ο καϋμένος ο γαστάλδος επρόσφερε τότε το δάκτυλό του… (ιστορικό τούτο) και ο πρωτοψάλτης εθύμωσε…

Την ακόλουθην ημέρα είχα το πανηγύρι μου, εις όλην την ανάπτυξην της λαμπρότητός του. Γυναικούλες και ανθρωπάκιδες από την χώρα, και άλλες από σιμωτινά χωριά, ήλθανε, άλλες ποδεμένες, και άλλες, για τάμμα, ξεπόλητες, να με προσκυνήσουνε!…

Και δεν ήλθανε με τα χέρια αδειανά, η στρώση του θρόνου μου εφόρτωσε κερί – λαμπάδες. Το πλιθάρι του παπά μέσα στο Άγιο – Βήμα εγιόμισε λάδι. Η ζώνη μου εγέμισε κ’ εκείνη θροπάρια. Και μια νεόνυμφη μου έφερε τάμμα τη βέστα της τη μεταξωτή τη νυφιάτικη, και μου την εκρέμασε οπίσω στο θρόνο μου!… έλεγε πως της λύτρωσα τον άνδρα της που έπεσε από την σκάλα. Και πρέπει νάναι αλήθεια, γιατί όλοι το ελέγανε. Απάνου σ’ όλα, εκείνο που περισσότερο μ’ ευχαρίστα, ήτανε τα σταυροκοπήματα και οι μετάνοιες οπού γυναικούλες και ανθρωπάκιδες εκάνανε εμπρός μου.

Βγαλμένη από ένα σπήτι φτωχικό χωριάτικο, και με μίας βαλμένη απάνου σ’ ένα θρόνο, και προσκυνημένη από τόσον κόσμο, εφούσκωσε κ’ εμέ η φαντασία μου, κ’ επήγα νάβγω από τα σωστά μου. Την έπαθα κ’ εγώ καθώς την παθαίνουν οι πρόστυχοι, όταν όλο με μίας πλουτίσουνε. Το ομολογώ, εκείνην τη στιγμή, ήμουνα μιά αληθινή parvenue !

Άρχισε η ακολουθία. Τι ωραίο πράμα! Εκείνοι οι ψαλτάδες τση χώρας! Τι τέχνη! Φωνές! Τι μελωδία! Οι χωριανοί τριγύρω τους να του βαστούνε το ίσο! Τι λιβάνια! Τι φελόνια! Τι πολυκάντηλα! Τι σταυροκοπύματα κάθε που εμελετούσανε τ’ όνομά μου! Τι τιμές! Τι δόξα! Τι ευχαρίστηση! Εβάσταξε δύο ώρες η ακολουθία, και δε μου εφάνηκε να επέρασε ώρα.

Το πανηγύρι έπειτα ετέλειωσε μ’ ένα πλούσιο γεύμα, που οι επίτροποι της εκκλησίας είχ’ ετοιμάσουνε δια τους ψάλτες της χώρας, και άλλους καλεσμένους παπάδες. Μα τούτοι οι χωραΐτες, όταν τους καλένωμε στα χωριά μας, έρχονται πεινασμένοι, και πέφτουνε απάνου στα φαγιά μας σα λύκοι. Έτσι και τότες, εφάγανε σχεδόν μόνοι τους ένα μεγάλο γουρουνόπουλο γιομισμένο πρέντσα, χώρια από κοφίσι, μπακαλάους, αλιάδα, και μίαν πλάτη γίδας καβουρντισμένη με κρεμμύδια. Κ’ έπιαν’ τόσο κρασί, που παπάδες και ψάλτες, δεν ευρίσκαν’ έπειτα την πόρτα να έβγουνε.

Ήταν έτσι τα πράματα, όταν κάπως επόθηκε να με βγάλουν έξω σε λιτανεία. Οι παπάδες το ακούσανε μ’ ευχαρίστησή τους, κ’ ετρέξανε στην εκκλησιά να ντυθούνε, και οι άλλοι τους ακολουθήσανε. Εκεί ωστόσο εψαλθήκανε θροπάρια ξένα δια την περίσταση, και μάλλον σχετιζόμενα με το συμπόσιο. Έπειτ’ από τα οποία, παπάδες και ψαλτάδες, τονίζοντες όσα τους ερχότανε πουλιό πρόχειρα, εβγήκαν έξω κ’ εκάναν τη λιτανεία. Εμέ… ποιός το πιστεύει! μ’ ελησμονήσανε στην εκκλησιά, και μόνον όταν ήτανε στην ημισιά της περιοδείας τους ανανοηθήκανε πως δε μ’ είχανε κ’ εγυρίσανε και μ’ επήρανε!… Μα η μεθυστοδουλειά εκείνη δεν εζημίωσε διόλου τη φήμη μου, κ’ εγώ εκακολούθησα να κάνω θαύματα όλο το ίδιο, και να δίνω μεγάλες ωφέλειες.

Ο πρώτος μου παπάς τ’ άκουσε όλα τούτα στη φυλακή του, κ’ ελύσσιαζε. Εκοιός να κάμη τόσα για να με κάμη ναν του ξεδουλευω, κι αφού άρχιζα να ξεδουλευω, ναν τα χαίρεται άλλος τα ξεδούλια μου… τα ξεδούλια της Παναγιάς του σπητιού του, !… τα προϊόντα της ιδιοχτησίας του!… Ανυπόφερτο.

Εστοχάσθηκε να μιλήσει μρ το Βουλευτή της περιοχής του. έστειλε και τον έκραξε. Και – Σεις, λέει, οι Βουλευτάδες, οπού γένεσθε Βουλευτάδες με την ψήφο μας, πρέπει κηόλας να μας ήστενε και κάπως ωφέλιμοι στην περίστασή μας. Αλλοιώς, τι σας θέλουμε; Εσύ τώρα είσαι Βουλευτής. Ο Υπουργός δε μπορεί να σου πη το όχι. Να μου πιτύχης τη χάρη.

Παπά μου, του λέει ο Βουλευτής, δεν καταλαβαίνεις πως εσκότωσες άνθρωπο;

Βουλευτή μου, του λέει ο παπάς, δεν καταλαβαίνεις πως σέρνω ψήφους;

Σε τούτο ο Βουλευτής ακούμπησε το μέτωπό του στην παλάμη του, εσκέφθηκε, και… Άσε, λέει, και βλέπουμε. Εγώ θα πάω τώρα γήγορα στας Αθήνας… Θα μιλήσω με τον Υπουργό… και, ήσουνε βέβαιος οπώς, απ’ ό,τι μπορώ δεν θέλει σου λείψω…

Πραγματικώς, – Εκείνες τες ημέρες εσυγκαλείτο η Βουλή να συσκεφθή και ν’ αποφασίση περί των μεγάλων συμφερόντων του Έθνους. (αλλοίμονο).

Έτσι, ο Βουλευτής μας μόλις έφθασε στας Αθήνας, έτρεξ’ ευθύς εις τον Υπουργόν της Δικαιοδύνης, και – «Πρέπει, λέει, να γνωρίζης, Κε Υπουργέ, ότι στα Δεσμωτήρια της Κεφαλονιάς αδίκως και αναξιοπρεπώς τήκεται ιερωμένο πρόσωπον αγίου ανθρώπου, ψευδώς κατηγορηθέντος επί ανθρωποχτονία, και δια ψευδομαρτύρων εχθρών του καταδικασθέντος εις δεκαπενταετή δεσμά! Ο άγιος εκείνος άνθρωπος δεν παραπονείται δια τούτο. Αλλ’ εγώ αυθορμήτως έρχομαι στην Κυβέρνησην του Βασιλέως μας, ζητώντας να γένη χάρις εις τον αθ΄ψον εκείνον. Μη λησμονήσωμεν δε, κ. Υπουργέ, ότι είναι και ιερωμένο πρόσωπο. Και δεν πρέπει ν’ ακούεται στον έξω κόσμον ότι ιερωμένα πρόσωπα κρατούνται στα Δεσμωτήρια επί ανθρωποχτονία».

Ο Υπουργός εκείνος, πεπειραμένος εις τα παρόμοια, άξιος δε συνάδελφος του Βουλευτού και του ιερωμένου προσώπου, εκατάλαβ’ ευθύς απάνου κάτου τι έτρεχε, και, – Ω Βουλευτή μου, του είπε – Καταμέρος η προσποίηση, τα ιερωμένα μας πρόσωπα είναι γνωστά εις όλους μας και για ντροπές χειρότερες από ανθρωποχτονίες. Και όμως εμείς τα μπάζουμε στα σπήτια μας δασκάλους των παιδιών μας!… Και αναστατώνουμάσθε υπέρ αυτών όταν η Κυβέρνηση τα καταδιώκει!… έτσι κ’ εμείς τώρα δεν θαν εσκανδαλίζαμε την κοινωνίαν αν της απολύαμε τον παπά-Διάολο. Θα σκεφτώ.

Με τούτο εμισοϋποσχέθηκε. Αλλά εσχημάτισ’ ευθύς την ιδέα να ωφεληθή αυτός από τη χάρη που ήθελε γενεί στον παπα-Διάολο. Την ωφέλεια που ήθελε λάβει ο Βουλευτής, ναν τη λάβη ο Υπουργός. Έτσι, έγραψ’ ευθύς να στείλουν τον κατάδικο παπα-Διάολο στας Αθήνας. Και ο παπα-Διάολος εστάλθηκε με πρώτο ατμόπλοιο.

Όταν ο Υπουργός άκουσε τον παπα-Διάολο στα Δεσμωτήρια στας Αθήνας, επήγ’ ευθύς και τον εύρηκε. «Παπά μου, λέει, εσύ τόσο δραστήριος άνθρωπος, πρέπει να βαρένεσαι πάρα πολύ κλεισμένος εια τα Δεσμοτήρια».

Αφέντη, λέει ο παπάς, καλά το είπες. Πάρα πολύ βαρένουμε και αηδιάζω. Βγάλεμε από τούτην την Κόλαση, κ’ εγώ να γένω άνθρωπός σου. Να με προστάζεις, και να εχτελώ.

Ξέρω, λέει, πως είσαι πολύ επιτήδιος εις το χέρι…

Αφέντη, λέει ο παπάς, το χέρι μου στας διαταγάς σου.

Θέλεις λοιπόν να επιστρέψης ελεύθερος εις τον τόπον σου;

Το θέλω, αφέντη, και…

Πού καλά. Τη χάρη τούτη θέλει να λάβεις. Μα θέλω κ’ εγώ άλλη μια από εσέ. – Εκεί στον τόπο σου είναι ο Χ… που από καιρό σε καιρό μας φωνάζει πράματα πολύ δυσάρεστα… Δύο μαχαιριές και γι’ αυτόνε… αι, τι λές Δέσποτα;

Τέσσαρες αφέντη.

Έτσι συβασμένα όλα μεταξύ παπα-Διαόλου και Υπουργού – Μιαν αυγή βλέπω ξάφνου εμπρός μου τον παπα-Διάολο!

Τι φρίκη μου εμπρός σ’ εκείνο το απαίσιο φάντασμα, δεν ημπορώ να την περιγράψω. Την άλλη μέρα εξημερώθηκα ξυσμένη, και ολοτελώς εξαλειμμένη από την ταύλα μου. Οι καϋμένοι οι χωρικοί ενομίσανε να βλέπουνε θαύμα σ’ εκείνη μου την εξάληψη. Ότι τάχα δεν ήθελα να ξαναπέσω στα χέρια του παπα-Διαόλου. Μα η αλήθεια είναι ότι, ο άλλος παπάς οπού μ’ εχαιρότουνε έως τότε, βλέποντας τον παπα-Διάολο πάλε στο χωριό, από τη σκάση του, και για να μη με ματαπάρει ο παπα-Διάολος, τη νύχτα εκείνη μ’έξυσε με το μαχαίρι και μ’εξάλειψε.

Για την αντιγραφή: Βασδέκης Ν. Σταύρος

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/1112/

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

:bye: 
more...