«

»

Εκτύπωσέ το Άρθρο

Ακτήμονες αγρότες ήταν το «προλεταριάτο» στη Ρωσία κατά την επανάσταση του 1917

 

ννν« … Οι συνέπειες της απελευθέρωσης της δουλοπαροικίας προκάλεσαν ένα είδος αγροτικής εξόδου οδηγώντας στην ανάδυση σε όλες τις πόλεις ενός εποχιακού και σταδιακά στις επόμενες γενιές ενός σταθερού προλεταριάτου χωρίς γη, εξαιρετικά επικίνδυνου για την δημόσια τάξη, αλλά και αρκετά πρόσφορου για την βιομηχανική ανάπτυξη…».

«… ακόμα και την εποχή της Επανάστασης, οι αγρότες αντιστοιχούσαν στο 80% του πληθυσμού της χώρας..

 

Από http://raskolnikovgr.blogspot.gr/2011/09/1917.html  διαβάζουμε:

 

Η ρωσική κοινωνία πριν την επανάσταση του 1917

του Κώστα Παλούκη

Η καπιταλιστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση της Ρωσίας

Στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα η Ρωσία τοποθετούταν ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Αλλά όπως αναφέρει η Sheila Fitzpatrick στο έργο της The Russian Revolution ήταν μια Μεγάλη Δύναμη που χαρακτηριζόταν από όλους τους συγχρόνους της ως καθυστερημένη σε σχέση με τις υπόλοιπες, την Βρετανία, την Γερμανία και την Γαλλία. Με οικονομικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι είχε «καθυστερήσει» στη «μετάβαση» από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό – οι αγρότες είχαν απελευθερωθεί από την θεσμοθετημένη δουλεία στους άρχοντες ή το κράτος μόλις στα 1860 – και είχε «καθυστερήσει» στην εκβιομηχάνιση. Με πολιτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι μέχρι το 1905 δεν λειτουργούσαν νόμιμα πολιτικά κόμματα και κανένα είδος κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης και ότι η απολυταρχία επιβίωνε με αμείωτη ισχύ. Επιπλέον, οι Ρωσικές πόλεις δεν έφεραν κάποια παράδοση πολιτικής οργάνωσης ή αυτόνομης κυβέρνησης, ενώ η τάξη των ευγενών είχε αποτύχει να αναπτύξει ένα ισχυρό πολιτικό σώμα ή την αίσθηση μιας διακριτής ταυτότητας ώστε να διεκδικήσει παραχωρήσεις από τον τσαρικό θρόνο. Θεσμικά το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας αντιστοιχούσε ακόμα στις «καθεστωτικές τάξεις» του «Παλαιού Καθεστώτος» (αστούς, αγρότες, ευγενείς, κληρικούς) χωρίς να προβλέπει ρόλο για τα νέα κοινωνικά στρώματα, δηλαδή τους διανοούμενους και την εργατική τάξη. Παρόλα αυτά, η Ρωσία παρουσιάζει μια σοβαρή οικονομική ανάπτυξη ως αποτέλεσμα των πολιτικών στήριξης της εκβιομηχάνισης από την κυβέρνηση, των ξένων επενδύσεων, τον εκμοντερνισμό του τραπεζικού και πιστωτικού συστήματος και μια μέτρια ανάπτυξη της εθνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Όμως ακόμα και την εποχή της Επανάστασης, οι αγρότες αντιστοιχούσαν στο 80% του πληθυσμού της χώρας.[1]

Η κοινωνική εξέλιξη στη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα καθορίστηκε αποφασιστικά από τη κατάργηση της δουλοπαροικίας με την μεταρρύθμιση του 1861. Η καταργηθείσα αγγαρεία όμως αντικαταστάθηκε από τις «πληρωμές εξαγοράς», δηλαδή οι απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι υποχρεώθηκαν να εξαγοράσουν από τους γαιοκτήμονες το κομμάτι γης το οποίο καλλιεργούσαν (στο πλαίσιο των σχέσεων δουλοπαροικίας) για τον εαυτό τους. Για μια ολόκληρη περίοδο μετά τη θεσμοθέτηση της μεταρρύθμισης, «οι αγρότες υποχρεώνονταν να καταβάλλουν «δόσεις» σε χρήμα, είδος, ή εργασία (αγγαρεία) προς τους γαιοκτήμονες, μέχρι να εξοφλήσουν ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς». Με λίγα λόγια σύμφωνα με τον Γιάννη Μηλιό, η «εξαγορά έναντι εργασίας» αποτελούσε μια επιβίωση στοιχείων της δουλοπαροικίας με τροποποιημένη μορφή.[2] Η μεταρρύθμιση της δεκαετίας του 1860 δεν μετέβαλε εντούτοις σημαντικά το θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο διαβίωσης της αγροτικής κοινότητας, καθώς διατηρήθηκε η κρατική ιδιοκτησία επί της κοινοτικής γης, η υποχρεωτική διαβίωση των αγροτών στις κοινότητες όπου ανήκαν, αλλά και η κατοχή, δηλαδή το δικαίωμα χρήσης, των κοινοτικών μέσων παραγωγής. Πολύ σημαντική αλλαγή ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος μίσθωσης κοινοτικών κλήρων μεταξύ των μελών της κοινότητας. Η ρύθμιση αυτή επιτάχυνε τη διαδικασία εκχρηματισμού της κοινοτικής γεωργίας, στροφής των γεωργικών νοικοκυριών από την αυτοκαταναλωτική στην εμπορευματική οικονομία και δημιούργησε προϋποθέσεις πλουτισμού σε μερίδα των αγροτών. Νέες κοινωνικές σχέσεις και σχέσεις εκμετάλλευσης αναπτύσσονταν, λοιπόν, στο εσωτερικό των κοινοτήτων, οι οποίες σταδιακά γίνονταν κυρίαρχες, επικάλυπταν ή εκτόπιζαν τις παλαιότερες.[3] Την ίδια δεκατία ο εκχρηματισμός και η εσωτερική αγορά στην ρωσική κοινωνία είχαν επεκταθεί σημαντικά διαμορφώνοντας ένα σοβαρό μοντέρνο καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα.

Στην πράξη, η Απελευθέρωση είχε δυσχεράνει την κοινωνική θέση των απελευθερωμένων αγροτών διότι, ενώ διατηρήθηκαν οι υποχρεώσεις και οι εξαρτήσεις προς τους άρχοντες, οι ίδιοι απώλεσαν τα εθιμικά δικαιώματα που προέκυπταν από την δουλοκτητική σχέση εξάρτησης, ενώ η γη που τους παραχωρήθηκε δεν επαρκούσε να καλύψει τις φορολογικές υποχρεώσεις και τις ανάγκες επιβίωσης. Οι περισσότεροι αγροτες εργάζονταν ως εργάτες γης στους πρώην άρχοντες, ενώ τα χρέη βάραιναν ολοένα και πιο πολύ. Επειδή ήταν δύσκολη η μόνιμη απομάκρυνη από τα χωριά, ήταν πιο εύκολο να αφήνουν προσωρινά τις οικογένειές τους για να εργαστούν στην γεωργία, την οικοδομή, τα μεταλλεία ή τις πόλεις. Πολλές φορές ωστόσο οι τόποι εργασίας βρίσκονταν αρκετά μακριά και η παραμονή εκεί διαρκούσε πολλούς μήνες.[4]

Με λίγα λόγια, οι συνέπειες της απελευθέρωσης της δουλοπαροικίας προκάλεσαν ένα είδος αγροτικής εξόδου οδηγώντας στην ανάδυση σε όλες τις πόλεις ενός εποχιακού και σταδιακά στις επόμενες γενιές ενός σταθερού προλεταριάτου χωρίς γη, εξαιρετικά επικίνδυνου για την δημόσια τάξη, αλλά και αρκετά πρόσφορου για την βιομηχανική ανάπτυξη. Κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά το 1860, το νέο προλεταριάτο παρέμενε κυρίως εποχιακό και διατηρούσε την επαφή με το χωριό. Ζούσε, όπως γράφει η Sheila Fitzpatrick, «με το ένα πόδι στον κόσμο του παραδοσιακού χωριού και με το άλλο σε στον αρκετά διαφορετικό κόσμο της μοντέρνας βιομηχανικής πόλης». Ο βαθμός με τον οποίο οι αγρότες παρέμεναν μέσα στον παραδοσιακό κόσμο «ποίκιλαν όχι μόνο ανάλογα με την γεωγραφική τοποθεσία αλλά και ανάλογα με το φύλο και την ηλικία». Αυτό είχε σύμφωνα με την ίδια ιστορικό ως αποτέλεσμα η νέα εργατική τάξη να βρίσκεται πολύ κοντά στους χωρικούς. Ακόμα και στα 1914 το ποσοστό των μόνιμων εργατών στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα, περίπου 3 εκατομμύρια, ήταν πολύ μικρό σε σχέση με τον αριθμό των εποχιακών εργατών, ενώ ακόμα και οι μόνιμοι εργάτες διατηρούσαν επαφή ή και τις οικογένειές τους με το χωριό.[5] Βασική αιτία ήταν πως η ραγδαία εκβιομηχάνιση παρέμενε για την Ρωσία ένα πολύ πρόσφατο φαινόμενο, καθώς μόνο μετά το 1890 αναπτύχθηκε η μεγάλη κλίμακας βιομηχανία και επεκτάθηκαν οι πόλεις.

Η βιομηχανική ανάπτυξη στην Τσαρική Ρωσσία σε πολύ μεγάλο βαθμό οργανώθηκε και ενισχύθηκε κεντρικά από το ίδιο το κράτος. Από πολλούς ιστορικούς τονίζεται ο ρόλος του υπουργού Οικονομικών επί Αλεξάνδρου Β, Σεργκέι Γιούλεβιτς Βίτε, ο οποίος συμμετέχοντας στη διαμάχη μεταξύ «Δυτικόφιλων» εκσυγχρονιστών και «Σλαβόφιλων» παραδοσιακών προσπάθησε να αποδείξει πως «ένα σύγχρονο πολιτικό σώμα δε θα μπορούσε να είναι μεγάλο χωρίς μια καλά αναπτυγμένη εθνική βιομηχανία».[6] Έτσι, από τα 1891 έως τα 1903 η προστατευτική δασμολογική πολιτική, η δημόσια καμπάνια για να κερδίσει υποστηρικτές υπέρ της εκβιομηχάνισης, αλλά κυρίως η σημαντική επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου δημιούργησαν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις στην βιομηχανία. Καθοριστικός παράγοντας στην αλλαγή πολιτικής του Ρωσικού κράτους υπήρξε η δημοσιονομική κρίση του 1891 εξαιτίας της μεγάλης πτώσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων, οπότε δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις αναζήτησης εσόδων από την βιομηχανία. [7]

Η Ρωσική Βιομηχανική Επανάσταση παρουσίαζε μια ραγδαία ανάπτυξη μέχρι το 1899, στη συνέχεια εμφανίζει εξαιρετικά μεγάλη στασιμότητα μέχρι το 1906 και ακολουθεί μια εντυπωσιακή ανάκαμψη μέχρι το 1913.[8] Συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Ρωσία αντιστοιχούν το 1892 2,8 ίπποι εγκατεστημένης ισχύος (το maximum) ανά 1.000 κατοίκους σε πληθυσμό 91 εκατομμυρίων και συνολική εγκατεστημένη βιομηχανική ισχύς 256.469 ίππων. Για το 1897, και με βάση τα αποτελέσματα της πρώτης γενικής απογραφής του πληθυσμού της ρωσικής αυτοκρατορίας, τα οποία παρουσιάζει και επεξεργάζεται ο Λένιν, ο ρωσικός πληθυσμός κατανέμεται ως εξής, ανάλογα με τους βασικούς τομείς της οικονομίας: 74,6% στην αγροτική οικονομία, 9,8% στη βιομηχανία και βιοτεχνία, 4% στο εμπόριο, 1,5% στις μεταφορές και επικοινωνίες. Στις αρχές του 20ου αιώνα (1901) το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού στη βιομηχανία βιοτεχνία ήταν στην Αγγλία 59,4%, στη Γαλλία 26,7%, στις ΗΠΑ 24,4% και στη Γερμανία (στοιχεία για το 1907) 36,0%. Το ποσοστό των απασχολουμένων στην αγροτική οικονομία ήταν αντίστοιχα 8,9% για την Αγγλία, 41,7% για τη Γαλλία, 35,7% για τις ΗΠΑ και 45,6% (στοιχεία 1907) για τη Γερμανία[9]. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν ο νεωτερικός βιομηχανικός τομέας παρέμενε στα 1913 πολύ μικρός συγριτικά με τις άλλες χώρες. Όμως ήταν ασυνήθιστα σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένος τόσο γεωγραφικά, κυρίως στις επαρχίες της Πετρούπολης, της Μόσχας και της Ουκρανικής Ντόνμπας, όσο και σχετικά με το μέγεθος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων.[10]

Το ζήτημα εάν η Ρωσία ήταν ή, εφόσον δεν ήταν, εάν θα έπρεπε να γίνει βιομηχανική χώρα απασχολούσε το σύνολο της ρωσικής διανόησης μετά τα 1860. Οι διανοούμενοι της άρχουσας τάξης διχάζονταν ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ανάμεσα στους «Δυτικόφιλους» εκσυγχρονιστές που ενέτασσαν την Ρωσία στην Ευρώπη και οραματίζονταν μια ισχυρή ευρωπαϊκού τύπου δύναμη και στους «Σλαβόφιλους» οι οποίοι έβλεπαν για τη Ρωσία μια αποστολή διαφορετική από εκείνη των λαών της Δύσης προσπαθώντας να υπερασπιστούν τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του ανατολικού και ορθόδοξου χριστιανισμού.[11] Οι πρώτοι υποστήριζαν την καπιταλιστικοποίηση, την εκβιομηχάνιση και μοντέρνες κρατικές δομές, ενώ οι δεύτεροι μιας οικονομία βασισμένη στις παραδοσιακές φεουδαλικές ρωσικές δομές της αγροτικής κοινότητας και του αυτοκρατορικού απολυταρχισμού. Στην Ευρώπη ταυτόχρονα διαμορφώνονταν αντίστοιχα ρεύματα στις ελίτ των διανοουμένων που έβλεπαν την Ρωσία ως εν δυνάμει Ευρωπαϊκή δύναμη ή αντίθετα Σλαβική, δηλαδή καθυστερημένη και απολυταρχική. Σε αυτή το πλαίσιο κυριάρχησε κυρίως στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ένα σλαβοφοβικό και ρωσοφοβικό κλίμα.

Οι Ρώσοι «ποπουλιστές» και «ναρόντνικοι» επαναστάτες του 19ου αιώνα

Η συζήτηση για την φυσιογνωμία της Ρωσικής κοινωνίας διαπέρασε τους διανοούμενους της ρωσικής αριστεράς διαμορφώνοντας την δεκαετία του 1860 το ρεύμα των «ποπουλιστών» («λαϊκιστών») και στη συνέχεια των «Ναρόντνικων» («μηδενιστών»). Ήδη όμως απασχολούσε τους ευρωπαίους μαρξιστές σοσιαλδημοκράτες με τον Μαρξ να πρωταγωνιστεί στον διάλογο, ενώ στα τέλη του 19ου αι. αποτελεί την σημαντικότερη συζήτηση στους κύκλους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας διχάζοντας στις αρχές του αιώνα σε «μπολσεβίκους» και «μενσεβίκους».

Οι Ρώσοι επαναστάτες του 19ου αιώνα υιοθετήσανε τη θεωρία για τον αρχέγονο κομμουνισμό της «ρωσικής αγροτικής κοινότητας» μέσω Γερμανίας και συγκεκριμένα από τον Πρώσο βαρώνο, οικονομολόγο και κυβερνητικό σύμβουλο Αύγουστο φον Χαξτχάουζεν. Ο Ρώσος επαναστάτης Αλέξανδρος Χέρτσεν υπήρξε ο θεμελιωτής του ρωσικού «ποπουλισμού» τις δεκαετίες 1840 και 1850. Για τον Χέρτσεν το κύτταρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν θα ήταν το κοινωνικοποοιημένο εργοστάσιο, αλλά η αγροτική κοινότητα με την κοινοκτημοσύνη της η οποία είχε επιζήσει στη Ρωσία. Υποστήριζε ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορούσε να αποφευχθεί στην Ρωσία. Ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, πολιτικό τέκνο του Χέρτσεν, θα εξελιχθεί στον σημαντικότερο διανοητή και θεμελιωτή του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος. Αντίθετα με τον αναρχισμό του Μαξ Στίνερ, ο αναρχισμός του Μπακούνι είναι αντιατομικιστικός, κολεκτιβιστικός και κομμουνιστικός. Αρνείται την προσωπικότητα, την αυθύπαρκτη αξία της, την αυτονομίας της. Ο αναρχισμός του Μπακούνιν φέρει τα εμβλήματα της καταστροφής και της εξέγερσης εναντίον των πάντων και προπαντός εναντίον της θεότητας.[12]

Ο Πιοτρ Τκάτσοφ είναι ο βασικός θεωρητικός του μη αναρχικού «ποπουλισμού» τις δεκαετίες 1860 και 1870. Εκδίδει την εφημερίδα Ναμπάτ (Κωδωνοκρουσία) και είναι ο πρώτος που αναφέρθηκε στον Μαρξ. Ο ίδιος το 1875 απευθύνει στον Ένγκελς μια επιστολή στην οποία του υποδεικνύει τους ιδιαίτερους δρόμους τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει η Ρωσία, καθώς δεν είναι δυνατή η ακριβής εφαρμογή των θεωριών του μαρξισμού. Ταυτόχρονα, είναι ολότελα εχθρικός του μπακουνικού αναρχισμού. Είναι ο πρώτος ρώσος επαναστάτης που θέτει ζητήματα εξουσίας, κατάληψής της και οργάνωσής της. Στην πράξη επιδίωκε την δημιουργία ενός επαναστατικού σοσιαλιστικού κόμματος που θα διαχειριζόταν τη νέα εξουσία. Αυτή η εξουσία θα ήταν αρκετά δεσποτική. Οι ιδέες του δεν γνώρισαν μεγάλη δημοτικότητα στους κόλπους των επαναστατών της εποχής τους, αλλά μάλλον λειτούργησε ως γέφυρα για την επόμενη περίοδο.[13] Ο Πιοτρ Τκάτσοφ υποστήριζε ότι οι Ρώσοι αγρότες κομμουνιστές από ένστικτο, από παράδοση, είναι οι πραγματικοί φορείς του κομμουνισμού, καθώς είναι γενημένοι κομμουνιστές. Όταν μάλιστα η ρωσική κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλλει την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν μπορεί παρά το επιβάλλει με την ξιφολόγχη. Παρότι, λοιπόν είναι αμόρφωτοι είναι πολύ πιο κοντά στο σοσιαλισμό από τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης αντίθετα από «τους εργαζόμενους της γερασμένης και σάπιας ευρωπαϊκής Δύσης που ήταν αναγκασμένοι να περάσουν από τη δοκιμασία της τεχνητής κατάκτησης του σοσιαλισμού».[14]

Οι «ποπουλιστές» δεν αρνούνται την ιδέα μιας κοινωνικής ανατροπής και αναζητούν την επαφή με την ύπαιθρο για την συνειδητοποίησή της, κίνημα που αποτυγχάνει εξαιτίας της άρνησης των ίδιων των χωρικών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 με κεντρικό σύνθημα «Προς τον Λαό» χιλιάδες διανοούμενοι έφυγαν για την επαρχία με σκοπό να διαφωτίσουν τους χωρικούς και την ελπίδα τους φέρουν σε επαφή με την επαναστατική οργάνωση και προπαγάνδα. Όμως επέστρεψαν απογοητευμένοι, κυνηγημένοι, ενώ πολλοί φυλακίστηκαν. Οι χωρικοί έβλεπαν με καχυποψία τους ξένους και προερχόμενους από τα ανώτερα στρώματα επίδξους σωτήρες τους.[15]

Από αυτήν την αδυναμία προκύπτει το ρεύμα του «μηδενισμού», οι αποκαλούμενοι «Ναρόντνικοι» με κύριους εκπροσώπους των Τσερνισέφσκι και τον Ντομπρολιούμποφ. Ο Τσερνισέφσκι υπήρξε συγγραφέας ενός ουτοπιστικού μυθιστορήματος με τον τίτλο «Τι να κάνουμε;» – τίτλο που θα ξαναχρησιμοποιήσει αργότερα ο Λένιν. Πρόκειται για την κατηχητική βίβλο του ρωσικού μηδενισμού προβάλλοντας την ασκητική ζωή του επαναστάτη, ο οποίος κοιμάται πάνω σε καρφιά για να σκληραγωγήσει τον χαρακτήρα του και υπομένει τον πόνο των βασανιστηρίων.[16] Η προλεταριοποίηση για τον Τσερνισέφσκι είναι μια κοινωνική αρρώστια, ένα «έλκος» από το οποίο πάσχουν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης και δε θα γιατρευτούν απ’ αυτό παρά μόνο εάν επιστρέψουν στο παρελθόν, στις αγροτικέ κοινότητες που κακώς τις κατέστρεψαν, προκαλώντας έτσι τα δεινά της «προλεταριοποίησης», ανάμεσα στα οποία είναι και τα ατομικά δικαιώματα που η Δύση ανέπτυξε σε βάρος του συλλογικού πνεύματος.[17]

«Ναρόντνικοι» όπως οι Νετσάγιεφ, Τκάτσοφ και Λαβρόφ υποστήριζαν την επαναστατική δράση αποφασισμένων μειοψηφιών. Έτσι συγκροτούν μυστικές συνωμοτικές εταιρίες που ασκούσαν τρομοκρατικές δράσεις. Ο Τκάτσοφ ίδρυσε την Εταιρεία για την Απελευθέρωση του Λαού που στόχος της ήταν η αποσταθεροποίηση της εξουσίας μέσω του τρόμου και να ανοίξει τον δρόμο για τον κομμουνισμό[18]. Η πιο σημαντική όμως ομάδα ήταν Ζεμλιά ι Βόλια (Γη και Ελευθερία), ένα χαλαρό σύνολο ομάδων που αποτελούταν κυρίως από φοιτητές και πνευματικό ηγέτη τον Τσερνισέφσκι. Ένα πρώτο αποτέλεσμα της ίδρυσης της ομάδας ήταν η αύξηση των τρομοκρατικών ενεργειών ενάντια στην απολυταρχία. Στις 4 Δεκέμβρη 1866 ένας φοιτητής προσπάθησε αποτυχημένα να δολοφονήσει τον τσάρο. Οι «ναρόντνικοι» εξέδιδαν τα περιοδικά Sovremennik(Σύγχρονος Άνθρωπος) και Russkoe Slovo (Ρώσικη Λέξη) στα οποία έγραφαν συγγραφείς όπως ο Πούσκιν, ο Μπελίνσκυ, ο Νεκράσοφ, ο Τσερνισέφσκι, ο Ντομπρολιούμποφ και ο Σαλτίκοφ-Σέντριν. «Κάθε κόμμα, κάθε υπόθεση έχει και τα τρομερά της παιδιά» [γαλλικά στο πρωτότυπο, enfants terribles] έλεγε ο Σαλτίκοφ-Σέντριν, όταν αναφερόταν στους συντάκτες της Ρώσικης Λέξης που ήταν πράγματι τα τρομερά παιδιά του Ποπουλισμού της δεκαετίας του 1860.[19] Η πιο χαρακτηριστική έκφραση του μηδενιστικού κινήματος αυτήν την εποχή ήταν η σκοτεινή και ταραχώδης μορφή του Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ. Ιδρυτής της επαναστατικής εταιρίας «Το τσεκούρι ή Η δικαιοσύνη του λαού, ο Νετσάγιεςφ συγγράφει την Κατηχητική Βίβλο της επανάστασης. Μοναδικός σκοπός της ζωής του, για τον οποίο κάθε μέσο είναι θεμιτό (απο την αυτοθυσία, τον φανατισμό και την πειθώ μέχρι το ψέμα και τον καταναγκασμό) ήταν η καταστροφή του ρωσικού status quo. Ο ίδιος εκτέλεσε έναν φοιτητή της ομάδας του όταν ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε για τις μεθόδους του. κατά την περίοδο της εξορίας του ήρθε σε επαφή με τον Μπακούνιν μέχρι που η συμπεριφορά του τον απαξίωσε στα μάτια του Μπακούνιν και των άλλων ρώσων εμικρέδων. Συνελήφθηκε στην εξορία και καταδικάστηκε.

Οι δεκαετίες του 1860 και 1870 κατακλύζονται από τρομοκρατικές ενέργειες των Ναρόντνικων και σκληρή καταστολή από τη μεριά του κράτους, οι οποίες όμως εντείνονται μετά την απογοήτευση του κινήματος «Προς τον Λαό». Κορύφωση αυτού του κύκλου τερορίστικης δραστηριότητας ήταν η δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου στις 13 Μαρτίου 1881 από την διάσπαση της «Ζέμλια ι Βόλια» με το όνομα «Ναρόντναγια Βόλια» («Λαϊκή Θέληση»). Επικεφαλής της «Ναρόντναγια Βόλια» ήταν μια εκτελεστική επιτροπή. Εκτός από τις πάγιες αντιλήψεις του «ναρόντνικου» σοσιαλισμού, το πρόγραμμά τους προέβλεπε την οργάνωση μόνιμης λαϊκής αντιπροσωπείας που θα εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία, τη διακήρυξη των δημοκρατικών ελευθεριών, τη μεταβίβαση γης στο λαό, αλλά και την εκπόνηση μέτρων για το πέρασμα των εργοστασίων στα χέρια των εργατών. Όμως μετά την δολοφονία του Τσάρου δεν ακολούθησε καμία εξέγερση ούτε η πτώση της απολυταρχίας όπως προσδοκούσαν. Αντίθετα, πέτυχαν να φοβίσουν το καθεστώς με αποτέλεσμα την ένταση της καταστολής, των αυθαιρεσιών και της καταστρατήγησης των νόμων. Η λαϊκή απάντηση στην δολοφονία εμπεριείχε μεταξύ άλλων αντισημιτικά πογκρόμ στην Ουκρανία και φήμες στα χωριά της Ρωσίας ότι οι ευγενείς εκτέλεσαν τον Τσάρο επειδή είχε απελευθερώσει τους χωρικούς από την δουλοπαροικία. Το κίνημα των «Μηδενιστών» περνάει κρίση, καθώς τα μέλη του φυλακίζονται, εκτελούνται ή εξορίζονται. Η ομάδα «Ναρόντναγια Βόλια» θα αποτύχει να ανασυγκροτηθεί. Στα 1887 η ομάδα θα επιχειρήσει να επαναδραστηριοποιηθεί οργανώνοντας μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του τσάρου Αλεξάνδρου Γ. Σε αυτή συμμετείχε ο μεγαλύτερος αδελφός του Βλαντιμίρ Λένιν ο οποίος εκτελέσθηκε.

Ίσως ο πιο σημαντικός λόγος της αποτυχίας των «ποπουλιστών» του 19ου αιώνα να δημιουργήσουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ένα ριζοσπαστικό αγροτικό κίνημα ή μια επαναστατική κατάσταση είναι, εκτός από την καταστολή του κράτους, η ταξική απόστασή τους από το υποτιθέμενο υποκείμενο της δράσης, δηλαδή τους χωρικούς. Μη αποτελώντας ένα οργανικό κομμάτι των χωρικών δεν διέθεταν τα πολιτισμικά εργαλεία που θα υπερέβαιναν την καχυποψία τους. ο λαός δεν καταλάβαινε την ιντελιγκέντσια και αυτούς τους ανθρώπους που με τόσο πάθος ήθελαν να τον βοηθήσουν τους εγκατέλειψε στα χέρια της εξουσίας. Ο λαός παρέμενε ξένος προς την κοσμοθεωρία των διανοουμένων, παρέμενε θρήσκος και ορθόδοξος και η μη θρησκευτικότητα των άλλων άνοιγε ανάμεσά τους ένα χάσμα.[20] Παρόλα αυτά δημιούργησαν μια πολύ ισχυρή επαναστατική θεωρητική παράδοση που επηρέασε όλα τα επόμενα επαναστατικά ρεύματα στην Ρωσία. Οι δεκάδες εξάλλου εξόριστοι ρώσοι «μηδενιστές» στις διάφορες χώρες της Ευρώπης συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ οι ίδιοι πρωταγωνιστούν σε δολοφονίες ή απόπειρες δολοφονιών.

Σοσιαλδημοκράτες και Σοσιαλεπαναστάτες

Οι πρώτοι «Ναρόντνικοι» μιας μικρής ομάδας του Τσαϊκόφσκι που στράφηκαν προς το νέο προλεταριάτο την δεκαετία του 1870 δε θεωρούσαν τους βιομηχανικούς εργάτες ως τον φορέα του σοσιαλισμού, αλλά έβλεπαν τους εργάτες που παρέμεναν στενά δεμένοι με τις κοινότητές τους ως μέσο για το άπλωμα των ιδεών τους στους αγρότες. Η πρώτη αμιγώς εργατική ομάδα δημιουργήθηκε την ίδια χρονιά στην Οδησσό οργανώνοντας απεργίες. Το 1876 ο Γκεόργκι Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ, μέλος της «Ζέμλια ι Βόλια», ηγήθηκε μιας μικρής απεργίας βιομηχανικών εργατών. Την περίοδο 1877-1879 ξέσπασε ένα κύμα 29 απεργιών στην Πετρούπολη. Τότε εμφανίστηκε στην Πετρούπολη μια νέα οργάνωση η Ένωση των Εργατών της Βόρειας Ρωσίαςη οποία διαλύθηκε το 1880 από την αστυνομία. Ανάμεσα στο 1880 και το 1882 ο Πλεχάνοφ υιοθετεί σταδιακά τον μαρξισμό. Με το έργο του «Οι διαφορές» μας διαχωρίζει οριστικά την θέση του από τους ναρόντνικους και έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Τσερνιτσέφσκι και το έργο του «Τι Να Κάνουμε;». Αναλύοντας την ρωσική αγροτική κοινότητα υποστήριξε ότι οι αγρότες είχαν χάσει τη δυνατότητα να καλλιεργούν τους κλήρους τους και έτσι παραχωρούσαν τα δικαιώματα σε άλλους αγρότες, ενώ οι ίδιοι γίνονταν εργάτες γης. Απ’ την άλλη οι πλούσιοι αγρότες ολοένα και περισσότερο εκμεταλλεύονταν την γη και άλλων αγροτών, αγόραζαν ή νοίκιαζαν επιπρόσθετα κομμάτια και χρησιμοποιούσαν μισθωτή εργασία. Επιτέθηκε στην εξιδανίκευση του παρελθόντος της αγροτικής κοινότητας υποστηρίζοντας ότι υπήρε το βασικό στήριγμα της απολυταρχίας. Κατέρριψε τη θεωρία ενός ναρόντνικου οικονομολόγου για την αδυναμία ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία και θεώρησε ουτοπική την εκτίμηση των ναρόντνικων ότι θα μπορούσε να εμποδιστεί. Κατηγορούσε τον τσερνιτσέφσκι ότι έμενε προσκολημένος στις αρνητικές πλευρές της προλεταριοποίησηςκαι δεν μπορούσε να δει την επαναστατική σημασία του προλεταριάτου. Ως εκ τούτου, η επιστροφή στο παρελθόν που κηρυσσε ο Τσερνιτσέφσκι ήταν στην πραγματικότητα αντεπαναστατική. Οι σοσιαλιστές πρέπει να στραφούν στην εργατική τάξη η οποία θα παίξει ηγετικό ρόλο στην επερχόμενη επανάσταση ενάντια στην τσαρική αυτοκρατορία.[21]
Το 1883, ο εξοριστος Πλεχάνοφ, μαζί με τον Π. Μπ. Αξελρόντ, τον Λ. Γ. Ντέιτς, την Β. Ι. Ζασούλιτς και τον Β. Ν. Ιγνάτοφ, ίδρυσαν στη Γενεύη την πρώτη ρωσική μαρξιστική οργάνωση –την Ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας– και διατύπωσαν τα προγραμματικά της ντοκουμέντα. Μετάφραζαν στα ρωσικά, τύπωναν και διοχέτευαν παράνομα στη αστυνομοκρατούμενη Ρωσία τα έργα των κλασικών του Μαρξισμού: το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, των Μαρξ και Έγκελς, τη Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο, του Μαρξ, την Ανάπτυξη του Σοσιαλισμού από την Ουτοπία στην Επιστήμη, του Έγκελς, τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ του Έγκελς και τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ του Μαρξ, τηνΑθλιότητα της Φιλοσοφίας του Μαρξ, κεφάλαια από την Άγια Οικογένεια των Μαρξ-Έγκελς, κλπ., κλπ. Παράλληλα, από το 1890 μέχρι το 1892 ο Πλεχάνοφ και η ομάδα του κυκλοφόρησαν, πρώτα στο Λονδίνο και αργότερα στη Ζυρίχη, τη λογοτεχνική-πολιτική επιθεώρηση «Σοσιαλ-Ντεμοκράτ».[22] Την ίδια εποχή, ο Πλεχάνοφ έγραψε δυο Σχέδια Προγράμματος, το 1884 και το 1887, που υιοθετήθηκαν και εκδόθηκαν από την Ομάδα για την Απελευθέρωση της Εργασίας, και αποτέλεσαν βάση για την ίδρυση ενός σοσιαλδημοκρατικού επαναστατικού κόμματος στη Ρωσία. Παρόλα αυτά, ο μαρξισμός και η σοσιαλδημοκρατία δεν επέδρασε την δεκαετία του 1880 στους εργάτες, ενώ οι λίγες απεργίες έγιναν χωρίς την δική τους επιρροή.

Στα 1887 ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ (Λένιν) συμμετέχει ως φοιτητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Καζάν στις διαμαρτυρίες ενάτνια στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, αποβάλλεται, συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται για έναν χρόνο. Το 1888 επιστρέφει από την εξορία και οργανώνεται σε έναν παράνομο μαρξιστικό κύκλο. Το 1889 μετακομίζει μαζί με την οικογένειά του στην πόλη Σαμάρα. Τότε συγκροτεί την μαρξιστική του αντίληψη μέσα από τις αντιπαραθέσεις με τους «ναρόντνικους» τις οποίες συγκεντρώνει στο πρώτο του θεωρητικό έργο Τι είναι οι «οι φίλοι του λαού» και πως πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες. Το 1893 γράφεται ως εξωτερικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης και ολοκληρώνει τις σπουδές του. Εργάζεται ως ασκούμενος δικηγόρος, αλλά σύντομα αφιερώνεται ως επαγγελματίας στην επανάσταση. Επηρεασμένος από την βαθειά πεποίθηση των επαναστατικών κύκλων για τον επαναστατικό ρόλο των χωρικών προσπαθεί να συμβιβάσει τις αντιθέσεις μαρξιστών-ναρόντνικων υιοθετώντας την ιδέα για την δυνατότητα η μελλοντική προλεταριακή επανάσταση να συμμετάσχει σε έναν αγροτικό πόλεμο.

Οι μαρξιστές την πρώτη αυτή περίοδο είναι κυρίως οργανωμένοι σε μικρούς μορφωτικούς πυρήνες στους οποίους διδάσκουν στους εργάτες από γραφή και ανάγνωση έως στοιχεία των φυσικών επιστημών, μαζί με στοιχεία πολιτικής οικονομίας. Σύντομα, οι ομάδες αυτές προσανατολίζονται στην προπαγανδιστική δράση μέσα στους εργατικούς χώρους. Έτσι, την περίοδο 1893-1899 υλοποιήθηκε η αλματώδης ανάπτυξη των Ρώσων μαρξιστών από μία προπαγανδιστική σέχτα, απομονωμένη από τους εργάτες, σε μία ομάδα οργανωτών της οκονομικής πάλης των εργατών. Τον Απρίλιο του 1895 ο Βλαντιμίρ Ίλιτς βρέθηκε στο εξωτερικό προκειμένου να συναντήσει τους Πλεχάνοφ, Ζασούλιτς, Αξελρόντ. Με την επιστροφή του στην Αγία Πετρούπολη, οργάνωσε μαζί με τον Ιούλιους Μαρτόφ την παράνομη «Ένωση για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης» που έγινε γρήγορα μια σημαντική οργάνωση. Τον Δεκέμβριο του 1895 ο Βλαντιμιρ Ουλιάνοφ και οι στενότεροι συνεργάτες του συνελήφθησαν. Πέρασε το 1896 στη φυλακή, και τον Φεβρουάριο του 1897 εξορίστηκε για τρία χρόνια στην ανατολική Σιβηρία. Εκεί άρχισε να υπογράφει με το ψευδώνυμο Λένιν. Κατά τη διάρκεια της εξορίας ο Λένιν συνέγραψε το έργο Τα καθήκοντα των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών και τελείωσε τη σημαντικότερη οικονομική εργασία του, «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», βασισμένη σε έναν τεράστιο όγκο στατιστικού υλικού (1899).

Με το έργο αυτό αναπτύσσει την μαρξιστική επιχειρηματολογία για την καπιταλιστικοποίηση της ρωσικής κοινωνίας με τους μεγάλους βιομηχανικούς τομείς της Ρωσικής Δύσης όσο και με την κοινωνική διαστρωμάτωση στα αγροτικά στρώματα και την εμπορευματικοποίηση της αγροτικής παραγωγής απαντώντας στις «ποπουλίστικες» θεωρίες. Ταυτόχρονα, όμως διαφοροποιείται με την επικρατούσα τότε εξελικτιστική ανάγνωση του Μαρξ ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι δυνατή σε μια χώρα με αναπτυγμένο τον βιομηχανικό καπιταλισμό, καθώς η αντίληψη αυτή έθετε ως προϋπόθεση για την σοσιαλιστική επανάσταση την αστικοδημοκρατική επανάσταση. Ο Λένιν αντιπαρατιθέμενος και με τις δύο αντιλήψεις τις υπερβαίνει θεωρώντας ότι μια προλεταριακή επανάσταση σε συμμαχία με τους χωρικούς είναι δυνατή να πραγματοποιηθεί στη Ρωσία.

Το Μάρτιο του 1898, στην πόλη Μινσκ διεξάγεται το πρώτο ιδρυτικό συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (RSDLP), το οποίο θεωρείται αποτυχημένο. Συμμετέχουν μόνο 9 αντιπρόσωποι από την Πετρούπολη, το Κιέβο, το περιοδικό Ραμπότσαγια Γκαζέτα και από την εβραϊκή σοσιαλιστική οργάνωση Μπουντ. Σύντομα, η Εκτελεστική Επιτροπή που εκλέχτηκε συλλαμβάνεται. Την άνοιξη του 1900 ο Λένιν επιστρέφει από την εξορία, αλλά εγκαταλείπει την Ρωσία. Μεταβαίνει αρχικά στην Ελβετία. Εκεί επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πολιτικό σχέδιο οργανωτικής ανάπτυξης της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και οργανώνει μαζί με τους Μαρτόφ, Ποτρέσοφ κ.α. τον κύκλο και εκδίδει την εφημερίδα Ισκρα (Σπίθα).[23]
Στο βιβλίο «Τι να κάνουμε;» ο Λένιν ορίζει για πρώτη φορά ένα εναλλακτικό αντιπαραθετικό σχέδιο απέναντι στην επικρατούσα «οικονομίστικη», όπως την χαρακτηρίζει, μορφή οργάνωσης και πολιτικής τακτικής της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Σύμφωνα με αυτή, οι επαναστάτες οφείλουν να καθοδηγούν με πολιτικά αιτήματα και να πολιτικοποιούν τον αγώνα της εργατικής τάξης και όχι να υποτάσσονται σε αυθόρμητα οικονομικά αιτήματα, «οικονομίστικους» αγώνες τρεϊντγιουνίστικου χαρακτήρα. Αυτό επιτυγχάνεται με την «οργάνωση ολόπλευρων πολιτικών αποκαλύψεων», ώστε να πολιτικοποιηθούν πραγματικά οι εργάτες στη συνείδησή τους. Ως πολιτικοποίηση ορίζεται η αποκτημένη ικανότητα των εργατών «ν’ απαντούν σ’ όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και κατάχρησης» από σοσιαλδημοκρατική κι όχι από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά. Στόχος δεν είναι η δημιουργία λαϊκών ρητόρων που θα εκμεταλλεύεται κάποια αντίθεση, αλλά μιας εμπροσθοφυλακής που θα οδηγεί την εργατική τάξη «στη σκέψη ότι είναι άχρηστο ολόκληρο το πολιτικό καθεστώς». Ο Λένιν αντιπαραβάλλει την συνδικαλιστική συνείδηση των άμεσων οικονομικών αγώνων με την σοσιαλιστική συνείδηση των πολιτικών αγωνων. Στην πράξη αυτό δε σημαίνει εγκατάλειψη του συνδικαλισμού, αλλά ότι ο στρατηγικός στόχος, δηλαδή η επανάσταση, ιεραρχείται πρώτα και αντίστροφα σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα, η ενασχόληση με το οποίο θα πρέπει σε κάθε στιγμή να οδηγεί σε αυτήν τη σκέψη.[24]

Ταυτόχρονα, θέτει τα κριτήρια για την διαμόρφωση μιας νέας οργανωτικής κομμουνιστικής μορφής, που αργότερα θα ονομαστεί «Κόμμα νέου τύπου». Υπερθεματίζεται ο «συγκεντρωτισμός» έναντι της «ελευθερίας κριτικής» στο εσωτερικό του κόμματος. Η μοναδική ελευθερία που αναγνωρίζεται είναι η προσωπική επιλογής της στράτευσης σε αυτό. Μέσα στο κόμμα πρέπει να επικρατεί μια και μοναδική «θεωρία». Η «ελευθερία κριτικής» ταυτίζεται με τον «εκλεκτικισμό» και την «έλλειψη αρχών». Τονίζεται η πρωτοκαθεδρία της «επαναστατικής θεωρίας» έναντι και ως προϋπόθεση του «επαναστατικού κινήματος», θεμελιωμένο στη σχέση πρωτοπόρας θεωρίας/πρωτοπόρου κόμματος που εκπληρώνει συλλογικά τον ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή. Σημειώνεται ο διεθνής χαρακτήρας του κινήματος και ως εκ τούτου η αξιοποίηση της διεθνούς πείρας από το κάθε εθνικό τμήμα. Υπογραμμίζεται η προτεραιότητα της συνειδητότητας έναντι του αυθορμήτου. Συγκεκριμένα καταδεικνύεται ο ρόλος των διανοουμένων αστικής καταγωγής στη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής θεωρίας για να διατυπώσει τη θέση ότι «η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί στην ταξική πάλη του προλεταριάτου και όχι κάτι που γεννήθηκε αυθόρμητα απ’ αυτήν». Συνεπώς, «ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας είναι να μπάσει στο προλεταριάτο με τη συνείδηση της θέσης του και τη συνείδηση του καθήκοντός του». Όλα αυτά τα κριτήρια διαμορφώνουν μια άποψη-πρόταση για τον χαρακτήρα του κόμματος, στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενός «ισχυρού» κόμματος «δοκιμασμένου στον πολιτικό αγώνα με σταθερές αρχές» και «αυστηρό πρόγραμμα» που «δε θα υποκλίνεται στο αυθόρμητο» και θα είναι ικανό «να καθοδηγεί όλο το κίνημα». Το ίδιο το βιβλίο και οι απόψεις του Λένιν βρήκαν μεγάλη απήχηση στο εσωτερικό της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας και με βάση τα κριτήρια αυτά συγκροτήθηκε έτσι γύρω από την εφημερίδα Ίσκρα μια οργάνωση «επαγγελματιών επαναστατών».[25]

Κομβικό θέμα στην οργάνωση του πρότυπου κόμματος είναι η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και της συγκεντρωτικής οργάνωσης. Τρία κριτήρια είναι σημαντικά: «ο πιο αυστηρός συνωμοτισμός, η πιο αυστηρή επιλογή των μελών και ο καταρτισμός εξ επαγγέλματος επαναστατών». Η συγκεντρωτική κεντρική οργάνωση θα πρέπει να έχει μια συνολική εποπτεία και συνολική εικόνα και να καθορίζει κεντρικά την πολιτική τακτική. Ειδικευμένα επαγγελματικά στελέχη θα εφαρμόζουν την πολιτική αυτή. Καθοριστικές προϋποθέσεις για αυτόν τον στόχο είναι άνθρωποι του κόμματος να βρίσκονται σε κάθε κοινωνικό χώρο και να αναλαμβάνουν την προπαγάνδα, τη ζύμωση και την οργανωτική δουλειά. Να διαμορφωθούν επαγγελματίες επαναστάτες που θα φέρουν την προσωπική τους, αλλά και τη συλλογική κομματική πείρα και θεωρία ώστε να μπορούν να οργανώνουν μακροπρόθεσμα, επαγγελματικά και οργανωμένα την πάλη. Με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθεί ο «χειροτεχνισμός» που θεωρείται μεγάλη αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας και η δυνατότητα της αστυνομίας να καταστρέφει τις επιτυχίες συλλαμβάνοντας τους ηγέτες. Διακρίνει τα επίπεδα της οργάνωσης των εργατών διαχωρίζοντας με σαφήνεια το πολιτικό-κομματικό από το συνδικαλιστικό. Καταφέρεται εναντίον των απόψεων περί «πλατιάς οργάνωσης», δηλαδή με ανοιχτές δημοκρατικές δομές, σε περιβάλλον αυταρχικών καθεστώτων όπως το Ρωσικό, και υποστηρίζει την αναγκαιότητα συνωμοτικής δράσης. Στόχος είναι «να ανεβούν οι εργάτες στο επίπεδο των επαναστατών» και σε καμία περίπτωση στο να «κατεβαίνουν οι επαναστάτες» στο επίπεδο της «εργατικής μάζας»[26]. Τέλος, η ύπαρξη μιας κεντρικής πανεθνικής εφημερίδας από το Κόμμα ανάγεται στη ραχοκοκαλιά της δράσης του Κόμματος.

Οι αντιλήψεις αυτές δέχονται ισχυρές επικρίσεις στο εσωτερικό της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας από τη μεριά των λεγόμενων «οικονομιστών», οι οποίοι κατηγορούν την ομάδα του Λένιν για «δογματισμό». Στο Δεύτερο Συνέδρίο του ΣΔΕΚΡ (17/7-10/8 1903) οι δύο φράξιες ήσαν αρχικά γνωστές ως οι «σκληροί» (υποστηρικτές του Λένιν) και οι «μαλακοί» (υποστηρικτές του Μαρτόφ). Σύντομα, εντούτοις, η ορολογία άλλαξε σε «Μπολσεβίκους» και «Μενσεβίκους», από το ρωσικό «bolshinstvo» (πλειοψηφία) και «menshinstvo» (μειοψηφία), βασισμένη στο γεγονός ότι οι υποστηρικτές του Λένιν υπερτερούσαν ελαφρώς των υποστηρικτών του Μαρτόφ στο θέμα για την ιδιότητα του μέλους του κόμματος. Ένα δευτερεύον οργανωτικό ζήτημα, η έννοια του μέλους, αναδεικνύεται στο βασικό διαχωριστικό στοιχείο μεταξύ τους καθώς αποκαλύπτει ένα βάθος πολιτικών διαφωνιών. Ούτε ο Λένιν ούτε ο Μαρτόφ είχαν μια σταθερή πλειοψηφία στην Διάρκεια του Συνεδρίου καθώς οι αντιπρόσωποι έφευγαν ή άλλαζαν στρατόπεδα. Στο τέλος, το Συνέδριο διασπάστηκε σχεδόν κατ΄ισομοιρίαν ανάμεσα στις δύο φράξιες.

Εκτός από τους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους μέσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία δραστηριοποιούνται και άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η Γενική Ιουδαϊκή Εργατική Ένωση στη Λιθουανία, την Πολωνία και την Ρωσία ήταν ένα κοσμικό εβραϊκό σοσιαλιστικό κόμμα στη Ιδρύθηκε το 1897 και δραστηριοποιούταν μέχρι το1920. Ήταν γνωστή ως Μπουντ (Bund) και τα μέλη του αποκαλούνταν Μπουντιστές (Bundist ). Η Μπουντ συμμετείχε στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα από την ίδρυσή τους εκπροσωπόντας τους Εβραίους Σοσιαλιστές, αλλά αποχώρησαν στα 1903 διαφωνώντας με τον Λένιν πάνω στο εθνικό ζήτημα. Γενικά, συμμαχούσαν με τους μενσεβίκους και τον Μαρτόφ. Επίσης, στο Ρωσικό έδαφος δραστηριοποιούταν το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ιδρυμένο το 1892 και το Λεττονικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Με βάση τις αποφάσεις των οπαδών του Λένιν στο Συνέδριο του 1903 οργανώνεται το νέο μπολσεβίκικο κόμμα και γεννιέται ο μπολσεβικισμός. Θεμελιώνεται συνειδητά η οικοδόμηση ενός στενού κόμματος υπέρ του συγκεντρωτισμού και ενάντια στην αυτονομία δομημένου «από τα πάνω προς τα κάτω». Ένας «μεγάλος κομματικός δεσμός» αντικαθιστά τα «υπολείμματα παλιών δεσμών» που απαξιώνονται ως «δεσμοί του πνεύματος των στενών ομίλων».[27] Το βιβλίο του Λένιν «Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω» έρχεται να περιγράψει το Δεύτερο Συνέδριο και τις διαφωνίες στο εσωτερικό του. Αναδεικνύοντας τις επιχειρηματολογίες και τους αντιθετικούς διαλόγους των φραξιονιστικών στρατοπέδων αποσαφηνίζει το στίγμα και ξεκαθαρίζει τις αρχές του νέου ρεύματος.

Οι δύο πτέρυγες παρέμεναν σε μια ρευστή κατάσταση το 1903–1904 με πολλά από τα μέλη τους να αλλάζουν στρατόπεδο. Ο Γκεόργκι Πλεχάνωφ, που στην αρχή είχε συμμαχήσει με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους, διαχώρισε την θέση του από αυτούς το 1904. Ο Λέων Τρότσκι στην αρχή υποστήριξε τους Μενσεβίκους, αλλά τους εγκατέλειψε τον Σεπτέμβριο του 1904 λόγω της επιμονής τους για μια συμμαχία με τους Ρώσους φιλελεύθερους και την αντίθεσή τους σε ενδεχόμενη συμφιλίωση με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους. Παρέμενε σύμφωνα με την περιγραφή του ένας «ανεξάρτητος σοσιαλδημοκράτης» μέχρι τον Αύγουστο του 1917 όταν συμμάχησε με τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Με τις δύο πλευρές, Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους, αποδυναμωμένες από τις διασπάσεις μέσα στις τάξεις τους και από την καταπίεση του Τσάρου, τα αντίπαλα μέρη μπήκαν στον πειρασμό να προσπαθήσουν να επανενώσουν το κόμμα. Τον Ιανουάριο του 1910, Λενινιστές, νοσταλγοί και διάφορες φράξιες Μενσεβίκων πραγματοποίησαν μια συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος στο Παρίσι. Ο Κάμενεβ και ο Ζινόβιεβ ήταν επιφυλακτικοί για το όλο εγχείρημα, αλλά και αποφασισμένοι να κάνουν μια προσπάθεια κάτω από την πίεση Μπολσεβίκων «συμφιλιωτών» όπως ο Victor Nogin. Ο Λένιν ήταν σταθερά αντίθετος στην όποια επανενοποίηση, αλλά αποτελούσε μειοψηφία μέσα στην ηγεσία των Μπολσεβίκων. Η συνάντηση κατέληξε σε μια ασταθή συμφωνία και μια από τις προβλέψεις του ήταν η εγκατεστημένη στην Βιέννη εφημερίδα Πράβντα του Τρότσκι να μετατραπεί σε χρηματοδοτούμενο από το κόμμα “κεντρικό όργανο’. Ο Κάμενεβ, που ήταν γαμπρός του Τρότσκι, προστέθηκε στην συντακτική ομάδα από τους Μπολσεβίκους, αλλά η απόπειρα επανένωσης απέτυχε τον Αύγουστο του 1910, όταν παραιτήθηκε από την συντακτική ομάδα εν μέσω αλληλοκατηγοριών.

Οι φράξιες διέρρηξαν τις σχέσεις τους μόνιμα τον Ιανουάριο του 1912 μετά την οργάνωση από τους Μπολσεβίκους της Συνδιάσκεψης του Κόμματος στην Πράγα μόνο για τους Μπολσεβίκους και με την οποία και τυπικά πλέον απέκλεισαν τους Μενσεβίκους και τους νοσταλγούς από το κόμμα. Ως αποτέλεσμα, αυτοί έπαψαν να είναι μια φράξια στο RSDLP και αντί αυτού διακήρυξαν εαυτούς ως ένα ανεξάρτητο κόμμα, που το αποκαλούσαν RSDLP των Μπολσεβίκων.

Παρόλο που η ηγεσία των Μπολσεβίκων αποφάσισε να σχηματίσει ένα ξεχωριστό κόμμα, η διαδικασία του να πείσουν τους μη μπολσεβίκους εργάτες να τους ακολουθήσουν εντός της Ρωσικής επικράτειας αποδείχτηκε δύσκολη. Όταν συγκλήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της 4ης Δούμας στα τέλη του 1912, μόνο ένας από τους 6 Μπολσεβίκους αντιπροσώπους, ο Ματβέι Μουράνωφ, (ένας άλλος, ο Ρομάν Μαλινόφσκι, εκτοπίστηκε αργότερα ως πράκτορας της Οχράνα) ψήφισε υπέρ της διάσπασης από την φράξια των Μενσεβίκων μέσα στην Δούμα στις 15 Δεκεμβρίου του 1912. Τελικώς όμως η ηγεσία των Μπολσεβίκων επικράτησε και οι Μπολσεβίκοι σχημάτισαν την δική τους φράξια στην Δούμα τον Σεπτέμβριο του 1913. Στην πράξη, όλη την περίοδο μέχρι το 1917 η ρωσική σοσιαλδημοκρατία ήταν διασπασμένη σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κόμματα, οργανώσεις και φράξιες.

Στη Ρωσία όμως η επαναστατική παράδοση των «ποπουλιστών» και των «ναρόντνικων» παρέμενε ισχυρή. Μετά από μια περίοδο παρακμής και περιθωριοποίησης τη δεκαετία του 1880, αναβίωσε και τροποποιήθηκε ουσιαστικά από μια ομάδα συγγραφέων και των ακτιβιστών που είναι γνωστή ως «neonarodniki» (νεο-λαϊκιστές), με ηγέτη τον Βίκτορ Τσερνόφ.

Το Σοσιαλιστικό-Επαναστατικό Κόμμα (Social-Revolutionary Party-SRP) ιδρύθηκε το 1902 από τη Βόρεια Ένωση των Σοσιαλιστών Επαναστατών (ιδρύθηκε το 1896) και πολλές τοπικές σοσιαλιστικές-επαναστατικές ομάδες που είχαν ιδρυθεί κατά την δεκαετία του 1890. Ο Βίκτορ Τσερνόφ με την μπροσούρα του «Το επόμενο Ζήτημα» ήταν ο διαμορφωτής της σοσιαλ-επαναστατικής θεωρίας και ο συντάκτης του πρώτου κομματικού εντύπου, του Revolutsionnaya Rossiya (Επαναστατική Ρωσία).[28]

Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες θεωρούσαν τους ίδιους «επαναστατική πρωτοπορία» και όχι τους Σοσιαλ-δημοκράτες. Αντίθετα με τους Σοσιαλδημοκράτες επιθυμούσαν να ενοποιήσουν όχι ένα τμήμα μόνο των καταπιεζόμενων τάξεων, αλλά το σύνολο, δηλαδή εργάτες, χωρικούς και διανοούμενους. Θεωρούσαν ότι μόνο ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο όλου του «λαού» θα μπορούσε να ανατρέψει την απολυταρχία και τον καπιταλισμό. Υπερτόνιζαν την θέση της διανόησης ως το «άλας της ρωσικής γης» και πίστευαν ότι ήταν η μόνη δύναμη που μπορούσε να δείξει τον δρόμο προς την ελευθερία. Βασικό τους αίτημα ήταν κοινωνικοποίηση της γης στο πλαίσιο της λογικής της αναβίωσης της παλαιάς κοινότητας, ενώ αντίθετα οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριζαν την εθνικοποίηση-κρατικοποίηση της γης.[29] Ενώ ηρωσική Σοσιαλδημοκρατία προσδιόριζε την ένταξη στην κοινωνική τάξη με βάση την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ο Τσερνόφ και άλλοι θεωρητικοί των Εσέρων προσδιόριζαν την ένταξη στην κοινωνική τάξη με κριτήριοεξαγωγή της υπεραξίας από την εργασία. Ο πρώτος ορισμός ενέτασσε τους μικρούς και μεσαίους αγρότες στην μικροαστική τάξη και τους εξαιρούσε από τον ρόλο της επαναστατικής πρωτοπορίας, ενώ ο δεύτερος ενοποιούσε τους ανεξάρτητους αγρότες με τους εργάτες-αγρότες σε μία ενιαία κοινωνική τάξη αφού ήταν από κοινού αντικείμενα εκμετάλλευσης από τους αστούς.[30] Σε κάθε περίπτωση όμως ο αγροτικός πληθυσμός μπορούσε να είναι νικητής μόνο εάν ενοποιούταν με το βιομηχανικό προλεταριάτο. Ο Τσερνόφ επιχείρησε να αντιπαρατεθεί όχι μόνο με τους Ρώσους μαρξιστές, αλλά και με τις θεωρίες του Μαρξ και του Ένγκελς για την φυσιογνωμία των αγροτικών τάξεων. Ο Λένιν, αλλά και άλλοι Σοσιαλδημοκράτες, επιχείρησαν να αντιπαρατεθούν θεωρητικά με τους Σοσιαλ-Επαναστάτες χρησιμοποιώντας πολλά από τα παλιά επιχειρήματα εναντίον των «ποπουλιστών».

Οι Σοσιαλ-Επαναστάτες ήταν το μόνο οργανωμένο αριστερό κόμμα στη Ρωσία που περιέλαβε τερρορίστικες τακτικές στο πρόγραμμά του και την τακτική του. Οι Εσέροι έφτασαν να θεωρούνται το «κόμμα του τρόμου», καθώς ήταν «διάσημοι» για τις «επαγγελματικά» σχεδιασμένες και συνήθως επιτυχημένες δολοφονικές απόπειρες κατά εκπροσώπων της κεντρικής διοίκησης στην Πετρούπολη, τη Μόσχα και τις μεγάλες επαρχιακές πόλεις. Η Κεντρική Επιτροπή του Σοσιαλ-Επαναστατικού Κόμματος ίδρυσε στα 1901 μια ξεχωριστή τερρορίστικη μονάδα που έλαβε το όνομα «Οργάνωση Μάχης». Οι εκτελέσεις γίνονταν κατ’ εντολή της κομματικής ηγεσίας.[31] Ο τερρορισμός αποτέλεσε το βασικό θέμα πάνω στο οποίο διασπάστηκε το Σοσιαλ-Επαναστατικό ρεύμα κατά το Δεύτερο Συνέδριο το 1906 στην Ιμάτρα στους Εσέρους Μαξιμαλίστες από τα αριστερά και «Λαϊκούς Σοσιαλιστές» από τα δεξιά. Οι Μαξιμαλιστές υιοθετούσαν όχι μόνο επιθέσεις εναντίον των πολιτικών και κυβερνητικών στόχων, αλλά επίσης και εναντίον οικονομικών στόχων, δηλαδή εναντίον μεγαλογαιοκτημόνων, ιδιοκτητών εργοστασίων κλπ. Την περίοδο 1905-1906 ο οικονομικός τερρορισμός των Μαξιμαλιστών πήρε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένων του «αγροτικού τερροτισμού», του «εργοστασιακού τερρορισμού» και των επαναστατικών απαλλοτριώσεων. Οι Λαϊκοί Σοσιαλιστές απέρριπταν συνολικά τον τερορισμό. Επίσης, οι Μαξιμαλιστές διαφωνούσαν με τη λογική των δύο σταδίων της επανάστασης, ότι δηλαδή θα προηγηθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση και έπειτα θα ακολουθήσει η προλεταριακή-σοσιαλιστική επανάσταση. Επίσης, οι Λαϊκοί Σοσιαλιστές διαφώνησαν με το πρόγραμμα περί κοινωνικοποίησης της γης υποστηρίζοντας την κρατικοποίηση-εθνικοποίηση.[32] Στα 1907 οι Εσέροι στο σύνολό τους διέθεταν 45.000 ενεργά μέλη, ενώ οι ενεργοί υποστηρικτές τους υπολογίζονταν περίπου σε 300.000.

Οι μαξιμαλιστές θα φτάσουν στη μέγιστη δύναμή τους το 1907, αριθμώντας 2.500 ενεργά μέλη σε όλη τη Ρωσία. Η σημαντικότερη μπροσούρα τους υπήρξε «Ο εξαγνισμός του ανθρώπινου είδους» που γράφτηκε το 1907 από τον Ιβάν Παβλόφ, ενός από τους θεωρητικούς του μαξιμαλισμού. Σύμφωνα με τον Παβλόφ, το ανθρώπινο είδος δε διαχωρίζεται μόνο σε εθνικές φυλές, αλλά επίσης σε ηθικές φυλές. Από αυτή την οπτική, οι φορείς της πολιτικής εξουσίας (της κυβενρητικής, της γραφειοκρατίας, της αστυνομίας), καθώς και της οικονομικής εξουσίας (καπιταλιστές και άλλοι εκμεταλλευτές), αποκτούν τόσα πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά που θα πρέπει – βάσει της ηθικής απαξίας τους – να απομονωθούν ως ξεχωριστό είδος. Η ανώτερη «ηθική φυλή» αποτελούταν από όσους εναντιώνονταν σε αυτά τα «σαρκοβόρα αρπακτικά» και φυσικά με εξέχοντα μέλη τους επαναστάτες τερροριστές.[33]
Για τον Λένιν και τους μπολσεβίκους η «σωστή θέση» πάνω στο θέμα του τερρορισμού δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να διευθετηθεί άπαξ και δια παντός. Η θέση του διέφερε αναλόγως των αλλαγών στους πολιτικούς του στόχους και προτεραιότητες, πριν την επανάσταση του 1905, ο Λένιν διαχωριζόταν από κάθε είδους τερρορίστικη πράξη. Όμως όταν κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905 λάμβανε τεράστιες διαστάσεις και αφορούσε κυριολεκτικά κάθε εκμεταλλευόμενο κοινωνικό στρώμα, ο Λένιν προσέγγιζε το ζήτημα όχι ως μέσο ατομικής διαμαρτυρίας, αλλά ως στοιχείο κοινωνικοπολιτικής εξέγερσης κατά ολόκληρης της κοινωνικοπολιτικής τάξης. Σε κάθε περίπτωση τα μέλη της βάσης του Κόμματος συμμετείχαν πολύ συχνά σε βίαιες ενέργειες εναντίον ιδιοκτητών, μπράβων και κρατικών αξιωματούχων ή συμμετείχαν σε απαλλοτριώσεις. Οι μενσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες ήταν οι πιο συνεπείς στο να απορρίπτουν τον τερρορισμό ως μέθοδο πολιτικής πάλης. Παρ’ όλα αυτά, οι μενσεβίκοι θεωρούσαν τους τερροριστές ως «συντρόφους που πήραν τον λάθος δρόμο» και ποτέ ως εχθρούς της επανάστασης. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις εξέφραζαν το θαυμασμό τους για ηρωικές πράξεις τους.[34]

Η επανάσταση του 1905

Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Ρώσοι Φιλελεύθεροι ίδρυσαν την Ένωση των Zemstvo Συνταγματικών (1903) και την Ένωση της Απελευθέρωσης (1904) υποστηρίζοντας την συνταγματική μοναρχία. Οι Ρώσοι Φιλελεύθεροι εξέφραζαν τα συμφέροντα της ήδη διαμορφωμένης αστικής τάξης η οποία διεκδικούσε συμμετοχή στην εξουσία και εκσυγχρονισμό του κράτους. Τα Zemstvo ήταν μια μορφή τοπικής διακυβέρνησης που θεσπίστηκαν στα 1864 κατά την διάρκεια μεγάλων φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων από τον Τσάρο Αλέξανδρο Β. Το Φθινόπωρο του 1904, οι φιλελεύθεροι ξεκίνησαν μια σειρά εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 40ης επετείου της θέσπισης των Zemstvo, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και τη θέσπιση ενός συντάγματος. Στις 13 Δεκεμβρίου [30 Νοεμβρίου] 1904, η Δούμα της Μόσχας ενέκρινε ένα ψήφισμα που ζητούσε σύσταση εκλεγμένου εθνικού νομοθετικού σώματος, την πλήρη ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της θρησκείας. Παρόμοια ψηφίσματα και τις εκκλήσεις ακολούθησαν από τις Δούμες άλλων πόλεων πόλη και συμβούλια Zemstvo. Το Νοέμβριο του 1904 οργάνωσαν ένα Συνέδριο των Zemstvo. Σε αυτό συμμετείχαν φιλελεύθεροι γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, καθηγητές, δικηγόροι, γιατροί, οικονομολόγοι κλπ. Στην πράξη δεν διεκδικούσαν ανατροπή του τσαρισμού, αλλά έναν επικερδή συμβιβασμό.
Από τις επαναστατικές οργανώσεις, μόνο οι μενσεβίκοι ενθουσιάστηκαν με αυτές τις αντιπολιτευτικές εκδηλώσεις και κάλεσαν τους εργάτες να στηρίξουν τους φιλελεύθερους, ενώ ταυτόχρονα απέφευγαν κάθε ακραία ενέργεια για να μην τους τρομάξουν. Η πολιτική των μενσεβίκων δημοσιεύθυηκε στην μπροσούρα του Μαρτίνοφ με τίτλο Δυο δικτατορίες (1904). Σε αυτό τόνιζε ότι η επανάσταση που έρχεται θα είναι μια αστική επανάσταση και στην περίπτωση που το προλεταριάτο στραφεί εναντίον της τότε υπάρχει ο κίνδυνος επαναφοράς της απολυταρχίας στην αρχική της μορφή.
Την ίδια περίοδο οι δολοφονίες αξιωματούχων και προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων και εξέχοντα στελέχη της κυβέρνησης, έδιναν ολοένα και περισσότερο την αίσθηση ενός καθεστώτος σε αποσταθεροποίηση. Τον Απρίλιο του 1902 εκτελέστηκε ο υπουργός Εσωτερικών Σιπιάγκιν, τον Ιούλιο του 1904 εκτελείται ο διάδοχός του Βιάντεσλαβ φον Πλέβε, ενώ τον Φεβρουάριο του 1905 εκτελείται ο κυβερνήτης-στρατηγός της Μόσχας Μεγάλος Δούκας και θείος του Τσάρου Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Ρομανόφ. Μέσα σε αυτό το κλίμα κηρύχθηκε στα 1904 ο Ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Ο Τσάρος Νικόλαος Β προσπάθησε να καταπραϋνει την ένταση και να διευρύνει τις συμμαχίες του επιχειρώντας να ικανοποιήσει αρκετές από τα αιτήματα των Φιλελευθέρων τοποθετώντας τον Φιλελεύθερο Πιοτρ Ντιμιτριεβίτς Ζβιατπολκ-Μιρσκιι στη θέση του εκτελεσμένου φον Πλέβε. Στις 25 Δεκεμβρίου 1904 ο Τσάρος εξέδωσε ένα μανιφέστο στο οποίο υποσχόταν την διεύρυνση της εξουσίας των Zemstvo και των τοπικών δημοτικών συμβουλίων, ασφάλεια για τους βιομηχανικούς εργάτες, την κατάργηση των εθνοτικών διακρίσεων και την κατάργηση της λογοκρισίας. Όμως απουσίαζε το σημαντικότερο, δηλαδή η συγκρότηση εκλεγμένου νομοθετικού σώματος.

Μέσα στην εργατική τάξη της Πετρούπολης και κυρίως στους εργάτες της Βιομηχανίας Πουτίλοφ που απασχολούσαν 12.000 εργάτες κεντρικό ρόλο έπαιζε ένας ιερέας, ο Γεώργιος Γκαπόν. Είχε ιδρύσει μια σειρά από νόμιμες εργατικές οργανώσεις που είχαν τον χαρακτήρα «ταμείου αλληλοβοήθειας», αλλά σταδιακά εξελίχθηκαν σε εργατικές λέσχες. Οι Σοσιαλδημοκράτες τόσο οι μενσεβίκοι όσο και οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν εκτός αυτού του κινήματος και όταν στα τέλη του 1904 προσπάθησαν να το πλησιάσουν δέχθηκαν εχθρική αντίδραση από τους εργάτες. Τον Ιανουάριο τους 1905 ύστερα από μια μικρή αφορμή στα γιγαντιαία εργοστάσια Πουτίλοφ κηρύχθηκε απεργία που εξελίχθηκε σε γενική απεργία σε όλα τα εργοστάσια της Πετρούπολης. Τα αρχικά αιτήματα που προωθούσε ο Γκαπόν ήταν κυρίως οικονομικά: οκτάωρο, αύξηση στο κατώτερο ημερομίσθιο, βελτίωση συνθηκών υγιεινής και την παροχή δωρεάν ιατρικής βοήθειας. Με την επίδραση όμως των σοσιαλδημοκρατών, κυρίως των μενσεβίκων, προστέθηκε μια ολόκληρη σειρά πολιτικών αιτημάτων: ελευθερία συνάθροισης για τους εργάτες, γη για τους αγρότες, ελευθερία λόγου και τύπου, διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, παύση του ρωσοϊαπωνικού πολέμου και τέλος σύγκληση μιας Συντακτικής Συνέλευσης. Στις 9 Ιανουαρίου, ημέρα Κυριακή, περίπου 200.000 άοπλοι με επικεφαλής τον ιερέα Γεώργιο Γκαπόν συγκεντρώθηκαν φέροντας εικόνες και πορτρέτα του Τσάρου στην πλατεία των χειμερινών ανακτόρων της Πετρούπολης. Σκοπός τους ήταν να επιδώσουν στον Τσάρο Νικόλαο υπόμνημα με τα αιτήματά τους Ο τσάρος δε δέχτηκε ν` ακούσει τα αιτήματα του πλήθους και διέταξε τη φρουρά του να διαλύσει τους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα η χιονισμένη πλατεία να βαφτεί με το αίμα χιλιάδων νεκρών. Περίπου 1000 σκοτώθηκαν και άλλοι 2000 τραυματίστηκαν. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Γκαπόν: «Δεν έχουμε πια τσάρο. Ένα ποτάμι αίμα χωρίζει τον τσάρο από τον λαό».
Η «αιματηρή Κυριακή» αποτέλεσε το πρελούδιο της επανάστασης. Η δημόσια αγανάκτηση για τα γεγονότα της Πετρούπολης προκάλεσε μια σειρά μαζικών απεργιών που εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη ταν βιομηχανικά κέντρα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου του 1905, πάνω από 400.000 εργαζόμενοι, περίπου το 93,2% του συνόλου των βιομηχανικών εργατών, απήργησαν στη ρωσική Πολωνία. Σχεδόν ο μισός εργατικός πληθυσμός των βιομηχανιών της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, ενώ απεργίες ξέσπασαν στην Φιλανδία και τις ακτές της Βαλτικής. Τον Φεβρουάριο οι απεργίες έφτασαν στον Καύκασο, ενώ τον Απρίλιο πέρασαν και τα Ουράλια. Μια απεργία από τους εργαζομένους των σιδηροδρόμων στις 21 Οκτωβρίου 1905 γρήγορα εξελίχθηκε σε γενική απεργία στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα.

Σε όλες τις πόλεις ιδρύονταν και λειτουργούσαν εργατικά συνδικάτα. Στην Αγία Πετρούπολη δημιουργήθηκε στις 13 Οκτώβρη το Σοβιέτ Εργατών Αντιπροσώπων. Οργανώθηκε από τους Σοσιαλ-επαναστάτες και από μια ομάδα μενσεβίκων σοσιαλδημοκρατών με επικεφαλής τον Λέοντα Τρότσκι. Αντιπροσώπευε περίπου 200.000 εργάτες, τους μισούς εργάτες της Πρωτεύουσας. Στην ακμή του, στο Σοβιέτ συμμετείχαν 562 αντιπρόσωποι. Το Σοβιέτ οργάνωσε τους εργαζόμενους, κατεύθυνε τις πολιτικές απεργίες και διαδηλώσεις, εξόπλιζε τους εργάτες και προστάτεψε τον πληθυσμό από τα πογκρόμ. Πολύ γρήγορα, απέκτησε λειτουργίες πολύ ευρύτερες από αυτές μιας απεργιακής επιτροπής αποτελώντας το έμβρυο μιας κυβέρνησης των εργατών. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης έκανε δημοφιλή την ιδέα των σοβιέτ πέρα από την πρωτεύουσα και ανάμεσα στον Οκτώβρη και τον Δεκέμβρη του 1905 σε όλα τα μεγάλα ή μικρότερα βιομηχανικά κέντρα συγκροτήθηκαν αντίστοιχα σοβιέτ, συνολικά 40. Ο Λέων Νταβίνοβιτς Μπροστάιν (Τρότσκι) ήταν στην πράξη ο ηγέτης του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο συγγραφέας όλων σχεδόν των διακηρύξεων και αποφάσεών του, ο εκδότης της εφημερίδας του σοβιέτ, Ισβέστια.[35] Το Σοβιέτ της Πετρούπολης κράτησε 50 μέρες μέχρι τις 3 Δεκέμβρη του 1905, όταν συνελήφθησαν όλα τα μέλη του. Η ήττα της απεργίας του Νοέμβρη καθόρισε την τύχη του, αμέσως συγκροτήθηκε ένα δεύτερο Σοβιέτ.

Στις 26 Οκτωβρίου 1905, πάνω από 2 εκατομμύρια εργάτες βρίσκονταν σε απεργία, ενώ δε λειτουργούσε σχεδόν κανένας σιδηρόδρομος σε ολόκληρη την Ρωσία. Παράλληλα, στο πολεμικό μέτωπο ο ρωσικός στρατός ηττήθηκε από τους ιάπωνες αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς γεγονός που προκάλεσε εξέγερση σε όλο το στράτευμα. Ναυτικές ανταρσίες έλαβαν χώρα στη Σεβαστούπολη, το Βλαδιβοστόκ, και Κρονστάνδης. Στις 15 Ιουνίου 1905 στασίασε και το πλήρωμα του καταδρομικού «Ποτέμκιν».

Η κυβέρνηση βρέθηκε στη θέση να μάχεται για την τήρηση της κρατούσας τάξης, ενάντια σε πολυάριθμους εχθρούς: αγρότες που σκότωναν γαιοκτήμονες και έβαζαν φωτιά στις περιουσίες τους, απεργούς που μάχονταν στα οδοφράγματα, στρατιώτες και ναύτες που πυροβολούσαν τους αξιωματικούς ή τους πετούσαν από το καράβι, δολοφονικές ενέργειες επεκτείνονταν σε βαθμό πρωτόγνωρο αγγίζοντας σχεδόν όλα τα επαναστατημένα στρώματα, μη ρωσικές εθνότητες που οπλίζονταν ενάντια στις αυτοκρατορικές αρχές στις παραμεθόριες περιοχές, ριζοσπαστικές ομάδες που αποκτούσαν τον έλεγχο ολόκληρων πόλεων και τέλος τη διανόηση που διαρκώς ζητωκραύγαζε υπέρ της επανάστασης. Ο τρόμος από τις τερρορίστικες πράξεις έγινε τόσο διαδεδομένος, ώστε οι εφημερίδες δεν ασχολούνταν με τη δημοσίευση εκτεταμένων αναφορών για κάθε επίθεση. Αντίθετα, εγκαινίασαν μια στήλη στην οποία απλά αναφερόταν καθημερινά η λίστα με τις πολιτικές δολοφονίες και απαλλοτριώσεις. Στο μεταξύ ο Τσάρος, κάτω από την πίεση των γεγονότων, αναγκάστηκε να εκδόσει το Μανιφέστο της 17ης Οκτωβρίου, με το οποίο υποσχόταν πολιτικές ελευθερίες και σύσταση συμβουλευτικής Δούμας (Κοινοβούλιο). Ήταν φανερό πως το καθεστώς δεν μπορούσε να κυβερνήσει με τις παλιές μεθόδους.[36]

Τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη, οι ηγέτες των μενσεβίκων στην Πετρούπολη, ιδιαίτερα ο Νταν και ο Μαρτίνοφ επηρεάστηκαν από τον Τρότσκι και διακήρυτταν ότι η αστική τάξη ήταν αντεπαναστατική και προετοίμαζαν την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής προσωρινής κυβέρνησης. Όμως από την επαναστατική ευφορία εξαιρέθηκαν οι Άξελροντ, Πλεχάνοφ και λιγότερο ο Μαρτόφ. Η επαναστατική μέθη επηρέασε και τους μενσεβίκους της Μόσχας. Οι μπολσεβίκοι ήταν οι μόνοι που σταθερά υποστήριζαν την δημιουργία μιας νέας εξουσίας. Όμως η Επιτροπή της Πετρούπολης των Μπολσεβίκων έδειξε αρχικά εχθρότητα απέναντι στα σοβιέτ θεωρώντας τα «πολιτικά άμορφες και σοσιαλιστικά ανώριμες εργατικές οργανώσεις δημιουργημένες από το αυθόρμητο επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου». Εφόσον «βρίσκεται έξω από τη σοσιαλδημοκρατία, βρίσκεται αντικειμενικά, μπροστά στον κίνδυνο να κρατήσει το προλεταριάτο σε πρωτόγονο πολιτικό επίπεδο και έτσι να το υποτάξει στα αστικά κόμματα». Με την παρέμβαση του Λένιν από το εξωτερικό οι μπολσεβίκοι άλλαξαν στάση και συμμετείχαν στο Σοβιέτ. Με την σύλληψη των μελών του πρώτου Σοβιέτ και στην ουσία την ήττα της ηγεσίας των μενσεβίκων επιχειρούν να αναλάβουν αυτοί τα ηνία της επανάστασης πρωταγωνιστώντας στην τελευταία εξέγερση των εργατών που ξέσπασε στις 9 Δεκέμβρη και η οποία κράτησε 7 μέρες πριν την καταστολή της. Το δεύτερο Σοβιέτ της Πετρούπολης συνελήφθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 1906. Επίσης, οι μπολσεβίκοι κυριάρχησαν στο σοβιέτ της Μόσχας. Γενικά όμως δεν κατάφεραν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επαναστατική διαδικασία σε σχέση με τις άλλες επαναστατικές οργανώσεις.

Το νέο πολιτικό σύστημα και η ήττα της επανάστασης

Στη νέα Δούμα που συγκροτήθηκε εμφανίστηκαν νέα πολιτικά κόμματα. Η Ένωση της 17 Οκτώβρη ήταν ένα κεντρώο-συντηρητικό πολιτικό κόμμα, που ιδρύθηκε στα τέλη του 1905 και εξέφραζε το πνεύμα του Μανιφέστου του Τσάρου. Από το 1906 το κόμμα βρισκόταν υπό την ηγεσία του βιομήχανου Αλέξανδρου Γκούτσκοφ και μέλη φιλελεύθερους ευγενείς, επιχειρηματίες, και μερικούς γραφειοκράτες. Οι Οκτωβριστές παρέμεναν σταθερά προσηλωμένοι σε ένα σύστημα συνταγματικής μοναρχίας. Υποστήριζαν την ανάγκη ενός ισχυρού Κοινοβουλίου και μιας κυβέρνησης που θα είναι υπεύθυνη έναντι αυτού. Στο πρόγραμμά τους υποστήριζαν την αγροτική μεταρρύθμιση και την διατήρηση του ιδιωτικού χαρακτήρα της αγροτικής καλλιέργειας. Στήριξε την κυβέρνηση Στόλπιν στην απροθυμία της να παράσχει πολιτική αυτονομία στις εθνικές μειονότητες.

Ξεχωριστό κόμμα, προερχόμενο από την «ποπουλίστικη» παράδοση ήταν οι Τρουντοβίκοι (Εργατικοί). Προέκυψε από διάσπαση των Σοσιλ-επαναστατών μέσα στη Νέα Δούμα. Ήταν ένα από τα πολλά αγροτικά κόμματα που αναπτύχθηκαν κατά την επανάσταση του 1905, αλλά κατάφερε να κατακτήσει στις πρώτες εκλογές 100 αντιπροσώπους. Από τις τάξεις του προήρθε και ο Αλεξάντερ Κερένσκι.

Ένα άλλο κόμμα ήταν το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, που ιδρύθηκε στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1905. Από τα αρχικά του στα ρωσικά έμεινε γνωστός ως «Καντέτς». Οι Κονσταντίν Καβελιν και Μπόρις Τσιτσερίν ήταν οι θεωρητικοί των Συνταγματικών. Τοποθετήθηκαν ως φιλελεύθεροι ριζοσπάστες αμέσως στα αριστερά από τους Οκτωβριστές παρά το γεγονός ότι το 60% των Καντέτς ήταν ευγενείς. Σε αντίθεση με τους Οκτωβριστές υποστήριζαν καθολική ψηφοφορία (ακόμη και δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες) και μια Συντακτική Συνέλευση που θα καθορίσει μορφή διακυβέρνησης της χώρας. Ερμήνευσαν το αποτέλεσμα ως εκλογική νίκη και συμμάχησαν με τους «Τρουντόβικ», οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία στη Δούμα. Όταν μετά το 1906 η επανάσταση υποχώρησε οι «Καντέτς» εγκατέλειψαν τις επαναστατικές και δημοκρατικές διακηρύξεις και δήλωσαν την υποστήριξή τους σε μια συνταγματική μοναρχία. Η κυβέρνηση, ωστόσο, παρέμεινε καχύποπτη απέναντί τους μέχρι την πτώση της μοναρχίας το 1917.

Το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στη Ρωσική Επανάσταση του 1905, τόσο στα Σοβιέτ της Μόσχας όσο και στα Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολη. Κυρίως όμως πρωταγωνίστησε σε εμπρηστικές και τερρορίστικες πράξεις. Παρά το γεγονός ότι το κόμμα των Εσέρων δε συμμετείχε επισήμως τις εκλογές για την πρώτη Κρατική Δούμα, εξελέγησαν 34 Σοσιαλεπαναστάτες, ενώ 37 είχαν εκλεγεί στην δεύτερη Δούμα το 1907. Από αυτούς οι 14 προέρχονταν από την Πετρούπολη, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες εξέλεξαν στην Πετρούπολη 17 και έναν συμπαθούντα. Οι σοσιαλεπανστάτες είχαν μεγάλη επιτυχία στα πολύ μεγάλα εργοστάσια των χιλιάδων εργατών, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες στα μικρά και μεσαία εργοστάσια μεγέθους 50-100 εργατών. Η αιτία για την επιτυχία των σοσιαλεπαναστατών στα μεγάλα εργοστάσια έγκειται ότι σε αυτά κυριαρχούσαν οι ανειδίκευτοι εργάτες που είχαν έρθει πρόσφατα από τα χωριά. Οπότε συγκροτούσαν την πολιτική τους συνείδηση σε μια ενότητα με τους αγρότες. Αντίθετα, στα μικρά και μεσαία εργοστάσια κυριαρχούσαν οι δεύτερης γενιάς εργάτες και οι περισσότερο ειδικευμένοι οι οποίοι είχαν συγκροτημένη εργατική συνείδηση.

Στο στρατόπεδο των Σοσιαλδημοκρατών, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων σκλήρυναν τον Απρίλιο του 1905 όταν οι πρώτοι πραγματοποίησαν μια συνάντηση στο Λονδίνο μόνο για Μπολσεβίκους, την οποία ονόμασαν 3ο Συνέδριο του Κόμματος. Οι Μενσεβίκοι οργάνωσαν ένα αντίπαλο συνέδριο και η διάσπαση οριστικοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο. Καθώς η Ρωσική Επανάσταση του 1905εξελίσσονταν, οι Μπολσεβίκοι, οι Μενσεβίκοι και μικρότερα μη ρωσικά σοσιαλοδημοκρατικά κόμματα που δραστηριοποιούνταν μέσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία επιχείρησαν να επανενώθουν κατά το 4ο Συνέδριο τουΣΔΕΚΡ που έγινε στην Στοκχόλμη, τον Απρίλιο του 1906. Σε αντίθεση με το Δεύτερο Συνέδριο οι μενσεβίκοι με αρχηγό τον Μαρτόφ παρέμειναν ως το τέλος. Ο ορισμός του Μαρτόφ για τον χαρακτήρα των μελών του κόμματος που είχε επικρατήσει κατά το Δεύτερο Συνέδριο αντικαταστάθηκε από τον ορισμό του Λένιν. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκαν μια σειρά από διαφωνίες αναφορικά με τις συμμαχίες και τη στρατηγική.
Οι διαφορετικές αντιλήψεις των δύο ομάδων παρουσιάστηκαν αναλυτικά στο βιβλίο του Λένιν Δυό τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση που εκδόθηκε στη Γενεύη το 1905. Και οι δύο φράξιες συμφωνούσαν ότι η Ρωσία δεν είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ο σοσιαλισμός να είναι δυνατόν να εφαρμοστεί και πίστευαν εξίσου ότι η επανάσταση που θα ανέτρεπε το Τσαρικό καθεστώς θα ήταν μια αστικοδημοκρατική επανάσταση. Και οι δύο πίστευαν ότι η εργατική τάξη όφειλε να συμμετέχει σε αυτήν την επανάσταση. Ο Λένιν όμως υποστήριζε ότι η σοσιαλδημοκρατία έπρεπε να συμμαχεί με την επαναστατική και δημοκρατική αστική τάξη και όχι με την φιλελεύθερη και μοναρχική αστική τάξη η οποία κινούταν στο θεσμικό πλαίσιο αναπαλαίωσης του τσαρικού καθεστώτος. Ταυτόχρονα, υποστήριζε ότι καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι μόνο να ενεργεί «από τα κάτω» παραμένοντας «κόμμα ακραίας επαναστατικής αντιπολίτευσης», αλλά να διεκδικεί την εξουσία. Όπως και νάναι, μετά τον Δεκέμβρη του 1905 οι μενσεβίκοι έτειναν να συνεργάζονται περισσότερο με τα φιλελεύθερα αστικά δημοκρατικά κόμματα όπως το Συνταγματικό Δημοκρατικό, επειδή τους θεωρούσαν φυσικούς ηγέτες μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης. οι μενσεβίκοι έδειχναν εξαιρετική ευελιξία στις καταστάσεις καταφέροντας να προσαρμόζονται τόσο στις συνθήκες της επαναστατικής πλημμυρίδας, όσο και της άμπωτης. Στο αγροτικό ζήτημα οι μπολσεβίκοι υποστήριξαν την ιδέα της εθνικοποίησης ολόκληρης της γης, για να ξεριζωθούν τα υπολείμματα της δουλοποαροικίας τόσο από την πλευρά των τσιφλικάδων όσο και από την πλευρά των αγροτικών κοινοτήτων. Τελικά, επικράτησαν οι απόψεις των μενσεβίκων για δημοτικοποίηση της γης των γαιοκτημόνων η οποία στη συνέχεια θα νοικιαζόταν στους αγρότες.

Μέχρι το Τέταρτο συνέδριο οι μπολσεβίκοι είχαν ένα σύνολο 13.000 μελών και οι μενσεβίκοι 18.000. Το 1907 το σύνολο των μελών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Κόμματος είχε φτάσει τις 150.000. Οι μπολσεβίκοι 46.163, οι μενσεβίκοι 38.174, η Μπουντ 25.468. το πολωνικό κόμμα 25.654 και το λετονικό κόμμα 13.000. Οι δύο φράξιες διατήρησαν διακριτές δομές και συνέχισαν να λειτουργούν ξεχωριστά. Στην συνέχεια, το Πέμπτο Συνέδριο έλαβε χώρα στο Λονδίνο τον Μάϊο του 1907, όπου οι Μπολσεβίκοι ήταν η πλειοψηφία, αλλά οι αντίπαλες πολιτικές ομάδες συνέχισαν να λειτουργούν ως επί το πλείστον ανεξάρτητα η μια από την άλλη.[37]Διακριτή παρουσία έμελε να έχει ο Λέοντας Τρότσκι, ο οποίος συγκρότησε μια μικρότερη ενδιάμεση ενωτική ομάδα σοσιαλδημοκρατών και επιχείρησε να θεωρητικοποιήσει την εμπειρία της επανάστασης με το έργο του Η Διαρκής Επανάσταση.

Το πιο σημαντικό θέμα που απασχόλησε τις εργασίες της Δούμας την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου 1906) ήταν το αγροτικό ζήτημα. Παρουσιάστηκαν δύο σχέδια μεταρρυθμίσεων από τις παρατάξεις των Συνταγματικών Δημοκρατικων και των Τρουντοβίκων. Και τα δύο σχέδια προέβλεπαν τη δημιουργία αποθέματος γης που θα χρησιμοποιούσαν οι μικρομεσαίοι αγρότες. Όμως οι Τρουντοβίκοι υποστήριζαν την πλήρη κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας. Οι Σοσιαλ-επαναστάτες αντίστοιχα πρότειναν πλήρη εθνικοποίηση της γης, αλλά οι Συνταγματικοί Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να συζητήσουν την πρότασή τους. Μπροστά στην δυσαρέσκεια των αγροτών και την άρνηση των βασικών κομμάτων να συνεργαστούν με την κυβέρνηση Στολίπιν ο Τσάρος διέλυσε την Δούμα στις 9 Ιουλίου/22 Ιουλίου 1906 . Ο πρωθυπουργός Πιότρ Αρκάντιεβιτς Στολίπιν προωθούσε μια αγροτική μεταρρύθμιση, με σκοπό να αμβλύνει τη δυσαρέσκεια του αγροτικού πληθυσμού και στη δημιουργία ενός στρώματος εύπορων και συντηρητικών αγροτών , που θα λειτουργούσαν ως υποστηρικτές της κοινωνικής τάξης και γαλήνης και ευρύτερα του νέου Τσαρικού καθεστώτος. Επίσης, προσπάθησε να βελτιώσει το επίπεδο ζωής των βιομηχανικών εργατών στις πόλεις και να αυξήσει τη δύναμη των τοπικών κυβερνήσεων. Ο Στολίπιν άλλαξε τη μορφή της ρώσικης Δούμας για να περάσει τη νομοθεσία που πρότεινε η κυβέρνηση του.. Μετά τη διάλυση και της δεύτερης Δούμας τον Ιούνιο του 1907, άλλαξε το βάρος των ψήφων των μελών της εις όφελος των ευγενών και των πλουσίων, μειώνοντας την αξία της ψήφου των κατώτερων τάξεων. Αυτό επηρέασε το αποτέλεσμα των εκλογών για την τρίτη Δούμα, που, σαφώς πιο συντηρητική, ήταν πιο πρόθυμη να συνεργαστεί με την κυβέρνηση. Σε αυτήν επικράτησαν κυρίως τα μέλη του Κόμματων της 17ης Οκτώβρη. Όμως ο προϋπολογισμός που πρότεινε ο πρωθυπουργός απορρίφθηκε από την τρίτη Δούμα την άνοιξη του 1911, με αποτέλεσμα την παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού.

Η διάλυση της πρώτης και της δεύτερης Δούμας συνοδεύτηκε με το τέλος της επανάστασης του 1905. Η κυβέρνηση του Πιοτρ Αρκάντιεβιτς Στόλιπιν υποστήριζε την επάνοδο στην καθαρή απολυταρχία, ενώ υιοθέτησε αιματηρή καταστολή και τρομοκρατία για να αντιμετωπίσει το τεράστιο κύμα επαναστατικού τερρορισμού που προκαλούσε καθημερινά δεκάδες νεκρούς κυβενρητικούς αξιωματούχους. Έτσι, η περίοδος 1907-1910 χαρακτηρίζεται ως περίοδος άγριας αντίδρασης. Εισήγαγε ένα νέο δικαστικό σύστημα, το οποίο επέτρεπε την ταχύτατη διεξαγωγή δίκης των κατηγορουμένων. Πάνω από 3.000 ύποπτοι καταδικάστηκαν από αυτά τα ειδικά δικαστήρια μεταξύ 1906-1909. Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος μπορεί να μετρηθεί με την καταστροφική μείωση των απεργιών μετά το ζενίθ που είχαν φτάσει στα 1905, ενώ το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση ολοκληρωτικής διάλυσης. Το 1910 η οργάνωση των Μπολσεβίκων στη Μόσχα είχε πάψει σχεδόν να υπάρχει όταν τη θέση του τοπικού γραμματέα ανέλαβε ένας πράχτορας της Οχράνα. Γενικότερα, η Οχράνα κατάφερε να διαβρώσει όλες σχεδόν τις κομματικές οργανώσεις με αποτέλεσμα μια ατμόσφαιρα καχυποψίας και αμοιβαίας δυσπιστίας παρέλυσαν κάθε πρωτοβουλία.[38] Αντίστοιχα, το χαμηλό ηθικό και η επικρατούσα κατήφεια στους επαναστατικούς κύλους εντάθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι ο υπεύθυνος της ομάδας Οργάνωσης Μάχης των Εσέρων Έβνο Φιλίποβιτς Άζεφ ήταν πράχτορας της Οχράνα. Τότε, το Σοσιαλ-επαναστατικό κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια μεγάλη εσωτερική κρίση. Το γεγονός ότι ένας πράκτορας της Οχράνα βρισκόταν στην καρδιά του κατ’ εξοχήν τερρορίστικου κόμματος προκάλεσε ένα τεράστιο σοκ. Μέσα σε αυτό το κλίμα το Κόμμα των Σοσιλα-επαναστατών σχεδόν αποδιαρθρώθηκε, ενώ με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής σταμάτησαν επ’ αόριστον όλες οι μάχιμες δραστηριότητες.[39] Συγκεκριμένα στην Πετρούπολη το κόμμα έπαψε πλεόν να υπάρχει.

Οι παρακαταθήκες του 1905

Η Ρωσική κοινωνία ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα φαινόταν ότι θα κινηθεί σε μια παράλληλη τροχειά προς την Δυτική Ευρώπη. Όμως τα ευρωπαϊκά παραδείγματα ήταν παραπάνω από ένα, καθώς εκτός από το Γαλλικό, υπήρχε το Αγγλικό ή το Γερμανικό. Συνεπώς, τίποτε δεν ήταν αυτονόητο για την Ρωσία και τα ερωτήματα για μια άλλη διαφορετική πορεία παρέμεναν ανοιχτά διχάζοντας τις ελίτ. Όμως η πορεία μιας κοινωνίας είναι δυνατόν να ξεπερνάει όλες τις δυνατές προβλέψεις ή ακόμα και τις διαθέσεις. Αυτό συνέβη και με την Ρωσική περίπτωση. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, ο πρωτογενής τομέας της αγροτικής παραγωγής είχε εκχρηματιστεί και ενταχθεί πλήρως στην καπιταλιστική αγορά με άμεση συνέπεια την έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση στο εσωτερικό των αγροτικών κοινοτήτων, αλλά και την πρόκληση μιας σημαντικής αγροτικής εξόδου ικανής να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την εκβιομηχάνιση. Παρά την αργή διαδικασία σταθεροποίησης του νέου προλεταριακού πληθυσμού στη νέα κοινωνική θέση, η Ρωσική Αυτοκρατορία μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα υποστήριξε και πέτυχε να αναπτύξει έναν τεράστιο βιομηχανικό τομέα. Παρά το γεγονός ότι ο βιομηχανικός τομέας αντιστοιχούσε σε ένα μικρό σχετικά τμήμα του συνόλου της παραγωγικής βάσης, καθώς κυριαρχούσε αριθμητικά η αγροτική παραγωγή, διέθετε ωστόσο μια πολύ ισχυρή δυναμική. Το κάθε εργοστάσιο στην Πετρούπολη απασχολούσε πρωτόγνωρα τεράστιους αριθμούς εργατών, π.χ. το διάσημο εργοστάσιο Πουτίλοφ έφτανε τους 12.000 ανθρώπους, δημιουργώντας νέες ποιότητες και δυναμικές τόσο στην ίδια την αστική τάξη όσο και στην εργατική τάξη. Οι συνθήκες αυτές προκαλούσαν νέες και έντονες κοινωνικές αντιθέσεις οι οποίες δε θα μπορούσαν να επιλυθούν μέσα σε ένα πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο τύπου Παλαιού Καθεστώτος.

Οι τσαρικές κυβερνήσεις οργάνωσαν συνειδητά «από τα πάνω» την βιομηχανική και καπιταλιστική ανάπτυξη προσπαθώντας να ισχυροποιήσουν τη θέση της Ρωσίας στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο και επιχείρησαν να στηριχθούν στα νέα μεγαλοαστικά στρώματα. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερο το τσαρικό καθεστώς απομονωνόταν από την κοινωνία στρέφοντας εναντίον του περισσότερα κοινωνικά στρώματα καθώς τα πολιτικά εργαλεία άσκησης της πολιτικής δεν ταίριαζαν με τη νέα πραγματικότητα και αδυνατούσε να συνταιριάξει τις δομές του Παλαιού Καθεστώτος με σύγχρονες δομές ενσωμάτωσης και κοινωνικών συμμαχιών.

Oι κοινωνικές αυτές διεργασίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση ριζοσπαστικών ιδεών στα μικροαστικά στρώματα, καθώς προβληματίζουν και στρέφουν προς τις σοσιαλιστικές ιδέες μια σημαντική μερίδα προοδευτικών διανοουμένων και φοιτητών. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτείται στην Ρωσία ένα νέο μοντέλο κοινωνικών συμμαχιών, κατά το οποίο μερίδες των μικροαστικών στρωμάτων αναγνωρίζουν είτε στα αγροτικά στρώματα είτε στην νέο-εμφανιζόμενη εργατική τάξη την ικανότητα της συνολικής επίλυσης του αδιεξόδου της κοινωνικής κρίσης με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και τη μετάβαση σε ένα σοσιαλιστικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής. Ένα τμήμα των διανοουμένων, οι «ποπουλιστές» χρησιμοποιώντας αναλυτικά εργαλεία που προέρχονται από τη γαλλική επανάσταση προσβλέπουν στον πρωτοπόρο ρόλο της υποτελούς αγροτικής τάξης. Συλλαμβάνουν την αγροτική τάξη ως ένα ενοποιημένο κοινωνικό σύνολο υποτελών που ονομάζουν «λαό», ενώ αργότερα προσθέτουν στο υποκείμενο «λαός» και τα εργατικά στρώματα. Ένα άλλο τμήμα διανοουμένων χρησιμοποιώντας μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία προσβλέπει αποκλειστικά στην εργατική τάξη, για να προσαρμοστεί και να προβάλλει στη συνέχεια ένα μοντέλο πολιτικής συμμαχίας εργατών και αγορτών, τα οποία όμως παραμένει να κατανοεί ως διακριτά κοινωνικά σύνολα. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των «ποπουλιστών» διανοουμένων και αγροτικών στρωμάτων και η αδυναμία αρχικά των αγροτικών στρωμάτων να επιτελέσουν τον προσδοκώμενο ρόλο απομονώνει και συνάμα ριζοσπαστικοποιεί σε πρακτικές τους «ποπουλιστές» διανοούμενους. Αντίθετα, οι μαρξιστές διανοούμενοι μπροστά στο αδύνατο της επανάστασης και την απόσταση με την εργατική τάξη βρίσκονται σε στρατηγική κρίση. Διχάζονται και επιλέγουν είτε την υποταγή στο αυθόρμητο είτε το κλείσιμο σε ένα κομματικό κάστρο.

Η επανάσταση του 1905 πράγματι αποτελεί τον προπομπό της επανάστασης του 1917. Εκεί για πρώτη φορά πραγματώνεται η πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης και η ανάδυσή της ως πολιτικό υποκείμενο που οργανώνεται, μάχεται και διεκδικεί ως ενιαίο σώμα. Η εμπειρία της επαναστατικής διαδικασίας, με τις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα, την βία σε συνδυασμό με την εμπειρία της συλλογικής οργάνωσης με νέες μορφές συνδικαλισμού, με τις νέες και πρωτότυπες μορφές πολιτικής οργάνωσης, όπως τα σοβιέτ, δημιουργούν άλματα. Ενώ τα εργατικά στρώματα μπήκαν στην επανάσταση υπό την καθοδήγηση ενός ιερέα, σύντομα στρατεύτηκαν μαζικά στα επαναστατικά κόμματα. Αντίστοιχα βήματα κάνουν τα αγροτικά στρώματα. Ταυτόχρονα, το σύνολο των υπάλληλων τάξεων εξοικειώνονται σε νέες μορφές δημοκρατίας και εξοικειώνονται με την μαζική επαναστατική βία που εξαπλώνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Μέσα στην επανάσταση του 1905 οι οργανώσεις που φαίνεται να κερδίζουν είναι οι μεσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες και οι σοσιαλ-επαναστάτες. Αυτό συμβαίνει διότι οι από τα κάτω αυτές διαδικασίες φαίνεται αρχικά ότι συνθέτουν μια κοινωνική συμμαχία με κατεύθυνση αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Δεν είνται τυχαίο ότι εμφανίζονται για πρώτη φορά οργανωμένες δυνάμεις φιλελεύθερων αστών με τους οποίους οι μενσεβίκοι επιλέγουν πολιτικές συμμαχίες. Οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες φαίνεται να είναι οι ηττημένοι πολιτικά καθώς και μένουν έξω από το κίνημα και η εξέλιξη δεν αντιστοιχεί στα δικά τους σχέδια. Η πορεία όμως της επανάστασης με τη υποχώρηση των αστικοδημοκρατικών κατακτήσεων ανατρέπει όλη την εικόνα. Όλα τα κόμματα που ηγήθηκαν της επανάστασης του 1905 και κέρδισαν πολιτικά μέσα από αυτή περνάνε πολιτική κρίση, ενώ ο τσαρικός απολυταρχισμός δείχνει να επιβιώνει σπέρνοντας την απογοήτευση. Το τσαρικό σύστημα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την ήττα της επανάστασης και να εφαρμόσει ένα εναλλακτικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνικής δομής και πολιτική λειτουργίας. Ελπίζει ότι η δημιουργία ενός ισχυρού μεσαίου στρώματος ιδιοκτητών καλλιεργητών αγροτών μπορεί να αποτελέσει το πολιτικό και κοινωνικό στήριγμα της απολυταρχίας στη νέα εποχή. Οι αντιφάσεις όμως του τσαρικού απολυταρχικού συστήματος και απουσία διάθεσης για συμβιβασμό του με τα φιλελεύθερα αστικά στρώματα ωθεί το σχέδιο σε αποτυχία. Στα 1910 λοιπόν το πολιτικό σύστημα βιώνει συνολικά ένα στρατηγικό αδιέξοδο και επιβιώνει ως πουκάμισο αδειανό απλά και μόνο γιατί δεν υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη ή κάποια κοινωνική δυναμική εκ μέρους κάποιας κοινωνικής τάξης που να μπορεί να ανανεώσει το καθεστώς ή να επιβάλλει συνολικά μια εναλλακτική κατεύθυνση. Ως εκ τούτου, η πολιτική σήψη του τσαρισμού ως πολιτικού και αναχρονιστικού συστήματος βαθαίνει κατά τη δεκαετία του 1910.

Σε καμία περίπτωση η επανάσταση του 1917 δε θα είναι μια απλή επανάληψη του 1905. Όλα τα κόμματα και οι πολιτικές δυνάμεις, αλλά και οι κοινωνικές τάξεις θα διαθέτουν στη συλλογική τους μνήμη όλη την προηγούμενη εμπειρία. Οι «Μπολσεβίκοι» του Λένιν και τμήματα των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών, όπως ο Τρότσκι, θα έχουν προλάβει να στοχαστούν σοβαρά πάνω σε όλη αυτήν την εμπειρία. Έτσι, οι μπολσεβίκοι, μια μικρή σχετικά πολιτική ομάδα της άκρας αριστεράς στις παραμονές του 1917, θα αναδειχθεί ως η μόνη δύναμη που θα μπορεί να εκφράσει τις δυναμικές της νέας επανάστασης.

 

[1] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 19
[2] Βλ. Μηλιός Γιάννης, «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900)», Θέσεις, Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 1992
[3] Βλ. Μηλιός Γιάννης, «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900)», Θέσεις, Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 1992
[4] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 21-23
[5] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 23
[6] Βλ. Theodore von Laue, «The industrialization of Russia in the writing of Sergej Witte», American Slavic and east European Review, τόμος 10, τευχ. 3, (Οκτ. 1951), σσ. 177-190, σ. 177
[7] Βλ. John P. McKay, Pioneers for profit; foreign entrepreneurship and Russian industrialization, 1885-1913, The University of Chicago Press, 1970, σ. 7
[8] Βλ. John P. McKay, Pioneers for profit; foreign entrepreneurship and Russian industrialization, 1885-1913, The University of Chicago Press, 1970, σ. 4
[9] Βλ. Μηλιός Γιάννης, «Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900)», Θέσεις, Τεύχος 38, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 1992
[10] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 24
[11] Βλ. Νικολάι Μπεσδιάγεφ, Οι πηγές και το νόημα του Ρωσικού Κομμουνισμού, μτφ, Ε. Νιανιός, εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 40
[12] Βλ. Νικολάι Μπεσδιάγεφ, Οι πηγές και το νόημα του Ρωσικού Κομμουνισμού, μτφ, Ε. Νιανιός, εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 73
[13] Βλ. Νικολάι Μπεσδιάγεφ, Οι πηγές και το νόημα του Ρωσικού Κομμουνισμού, μτφ, Ε. Νιανιός, εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 101-3
[14] Βλ. Έλλη Παππά, Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική επανάσταση, οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν, Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & Σία, Αθήνα, σ. 28-29
[15] Βλ. Sheila Fitzpatrick, The Russian Revolution, New Edition, Oxford University Press, New York, 2008, σελ. 27
[16] Βλ. Νικολάι Μπεσδιάγεφ, Οι πηγές και το νόημα του Ρωσικού Κομμουνισμού, μτφ, Ε. Νιανιός, εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 73
[17] Βλ. Έλλη Παππά, Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική επανάσταση, οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν, Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & Σία, Αθήνα, σ. 114
[18] Βλ. Νίκος Ε. Καραπιδάκης, «Μηδενισμός και Τρομοκρατία» στο Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, σσ.21-32, σ. 27-28
[19] Βλ. Franco Venturi, Roots of revolution: a history of the populist and socialist movements in 19th century Russia
[20] Βλ.. Νικολάι Μπεσδιάγεφ, Οι πηγές και το νόημα του Ρωσικού Κομμουνισμού, μτφ, Ε. Νιανιός, εκδ. Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, σ. 101
[21] Βλ. Τόνι Κλιφ, Λένιν, 1893-1914, τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα, 1995, σ. 32-33 και Βλ. Έλλη Παππά, Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική επανάσταση, οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν, Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & Σία, Αθήνα, σ. 117
[22] Βλ. Θεοδόση Θωμαδάκη, Γκεόργκι Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ (Ν. Μπελτόφ), 150 χρόνια από τη γέννησή του, στοhttp://www.marxistbooks.gr/plexan.htm
[23] Βλ. Μίντσο Μίντσεφ, «Η διαμόρφωση του επαναστάτη» στο Η Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν, Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, σσ.15-20 και Τόνι Κλιφ, Λένιν, 1893-1914, τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα, 1995, σ. 57-72
[24] Βλ. Λένιν Β.Ι., «Τι να Κάνουμε;, τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας», Σύγχρονη Εποχή, σ. 85-121
[25] Βλ. Λένιν Β.Ι., «Τι να Κάνουμε;, τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας», Σύγχρονη Εποχή, σ. 11- 65
[26] Βλ. Λένιν Β.Ι., «Τι να Κάνουμε;, τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας», Σύγχρονη Εποχή, σ.121-184
[27] Βλ. Λένιν Β.Ι., «Ένα Βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω», Άπαντα Λένιν, τ. 8., Σύγχρονη εποχή, σ. 193
[28] Βλ. Manfred Hildermeier, The Russian Socialist Revolutionary Party before the First World War, St. Martin Press,Νέα Υόρκη, 2002, σ. 27-50
[29] Βλ. Manfred Hildermeier, The Russian Socialist Revolutionary Party before the First World War, St. Martin Press,Νέα Υόρκη, 2002, σ. 75-77
[30] Βλ. Manfred Hildermeier, The Russian Socialist Revolutionary Party before the First World War, St. Martin Press,Νέα Υόρκη, 2002, σ. 62-64
[31] Βλ. Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917), Δαίμων του Τυπογραφείου, Αθήνα, σ. 57-60
[32] Βλ. Hildermeier, M., The Russian Socialist Revolutionary Party Before the First World War. Νέα Υόρκη, 2000. Κεφάλαιο 4, “The Maximalist Heresy”
[33] Βλ. Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917), Δαίμων του Τυπογραφείου, Αθήνα, σ. 74-75 και Βλ. Hildermeier, M., The Russian Socialist Revolutionary Party Before the First World War. Νέα Υόρκη, 2000. Κεφάλαιο 4, “The Maximalist Heresy”
[34] Βλ. Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917), Δαίμων του Τυπογραφείου, Αθήνα, σ. 38-39
[35] Βλ. Τόνι Κλιφ, Τρότσκι, 1879-1917, Προς τον Οκτώβρη, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα, 2009, σ. 119
[36] Βλ. Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917), Δαίμων του Τυπογραφείου, Αθήνα, σ. 126-128
[37] Βλ. Νίκος Καρδούλιας, «Η επανάσταση του 1905» στο Επανάσταση του ’17 και ο Λένιν, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, σσ. 33-40
[38] Βλ. Τόνι Κλιφ, Λένιν, 1893-1914, τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα, 1995, σ. 231-235
[39] Βλ. Με τη μάχη στο αίμα τους, λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία (1905-1917), Δαίμων του Τυπογραφείου, Αθήνα, σ. 191-195

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: http://athriskos.gr/10431/

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

:bye: 
more...