http://athriskos.gr/ .

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ: «ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ»,  «Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ». ΕΚΔ.  «ΚΑΚΤΟΣ» 1989, ΜΕΤΑΦΡ. Γ. ΔΡΑΖΙΑΝΗΣ. Γιατί να διαβάζουμε ένα βιβλίο του Νίτσε – για να μη μιλήσουμε για δυο βιβλία; Υπάρχουν, στο κάτω-κάτω, πολλά άλλα βιβλία να διαβάσει κανείς, όπως υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα να κάνει κανείς από του να διαβάζει.

«Τίποτα», έγραφε ο Νίτσε στην «Αυγή» (18ος αφορισμός), «δεν έχει αποκτηθεί πιο ακριβά από αυτό το μικρό κομμάτι λογικής και αίσθησης ελευθερίας που μας κάνει σήμερα περήφανους». Σ’ ένα απόσπασμα από τον πρόλογό του για το ασυμπλήρωτο «Θέληση για Δύναμη» έγραφε: «Ένα βιβλίο για το στοχασμό, τίποτα περισσότερο»… Αυτός είναι ένας λόγος για να διαβάζουμε τα βιβλία του Νίτσε: είναι όλα μια μοναδική πηγή στοχασμού – τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο.

Η ανεξαρτησία του πνεύματος, η ανεξαρτησία γενικά, ήταν το μεγάλο του πάθος, και η ανεξαρτησία είναι πάνω απ’ όλα αυτό που διδάσκει: πάνω απ’ όλα όχι ένα καινούργιο σύνολο ιδεών, ή μια νέα επιστήμη, αλλά φιλοσοφία κατά τη σωστή παραδοσιακή έννοια της λέξης, το ξύπνημα του νου και η στροφή του προς την ενεργητικότητα, τη δημιουργικότητα, τα ύψη.

Και εκείνο το μικρό κομμάτι της ανθρώπινης λογικής που διαθέτουμε δεν είναι μόνο πανάκριβα αποκτημένο, αλλά και χάνεται επίσης εύκολα. Νομίζω πως μας απειλεί πράγματι ο κίνδυνος να το χάσουμε αν σταματήσουμε να υπενθυμίζουμε συνεχώς στον εαυτό μας πόσα πραγματικά ελάχιστα θα έμεναν να συντηρούν τον αυτοσεβασμό της ανθρωπότητας αν χανόταν ο λόγος. Υπάρχουν ακόμη και εκείνοι που πιστεύουν ότι συμφέρον τους είναι να χαθεί, ή τουλάχιστον να μειωθεί και να κρατηθεί υπό έλεγχο, αν και δε θα μπορούσαν να έχουν περισσότερο λάθος, εκτός κι αν πρόκειται για συνειδητούς μισανθρώπους και μισούν την ανθρωπότητα.

Παντού όμως στο ζωντανό σημερινό κόσμο ο λόγος βρίσκεται σ’ άμυνα. είναι υποχρεωμένος να πολεμήσει για να επιβιώσει. Γιατί τι είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή, τη σημερινή δεκαετία; Η συναισθηματική υπερβολή, η συνεχής διέγερση των συναισθημάτων και η επιθυμία να τα διεγείρουμε ακόμη περισσότερο. Εθνικισμός και αντιεθνικισμός, όχι για «λόγους» αλλά σαν καθαρά συναισθηματικά ανακλαστικά, «ιδεολογίες» που δεν είναι παρά διάφανα καλύμματα για τα πιο βλακώδη πάθη, απληστίες και έχθρες. Το «μίσος» (για τον πόλεμο, για παράδειγμα) και η «αγάπη» (για την ειρήνη, αντίστοιχα), παρουσιάζονται σαν απόλυτα επιχειρήματα, παρ’ όλο τόσο απέχουν από του να είναι επιχειρήματα που και μια μόνο συναισθηματική εμπειρία είναι σε θέση να αναστρέψει αυτή την πολικότητα και να μετατρέψει την άρνηση σε κατάφαση μέσα σε μια νύχτα.

Και στον ιδιωτικό χώρο έχουμε μια συνεχή καταφυγή στα συναισθήματα, όχι σαν αντίδραση στην υπερσυντηρητική ανατροφή μας, που αποτελούσε μια δικαιολογία τη δεκαετία του είκοσι – ποιος ζωντανός σήμερα είχε υπερσυντηρητική ανατροφή; – αλλά σαν φυγή από τον εγκέφαλο στην «καρδιά» κι ακόμα πιο κάτω. Η επιθυμία να γίνουμε σκλάβοι κάποιου συναισθήματος μας παρουσιάζεται σαν αίτημα για περισσότερη ελευθερία, μια «λατρεία της ευαισθησίας» που πιστεύει ότι το αντίθετο της συναισθηματικότητας είναι το να «είσαι νεκρός», ενώ το αληθινό αντίθετο είναι η σκέψη (δεν είναι ν’ απορεί κανείς που είναι τόσο της μόδας σήμερα ο δέκατος όγδοος αιώνας).

Αναμφίβολα υπάρχουν λόγοι γι’ αυτή τη μείωση της σημασίας του λόγου: η υδρογονοβόμβα λέγεται πως είναι ο σημαντικότερος… στο μεταξύ, ποτέ σ’ ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξε τόσο πολύ μουσική. Μερικές φορές φαίνεται σαν ο ίδιος ο λόγος να διαλύεται στο ρυθμό. Τα βιβλία του Νίτσε είναι, ανάμεσα σ’ άλλα, μια προστατευτική ασπίδα ενάντια σ’ αυτή τη διάλυση.

Για να σκεφτόμαστε καλά, για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε: ένας τρίτος λόγος για να διαβάσει κανείς Νίτσε θα ήταν για να σκεφτεί διαφορετικά. Είναι πολύ δύσκολο να φτάσει κανείς σε μια λογική γνώμη για οποιοδήποτε μεμονωμένο θέμα: δε σκέφτεται κανείς αρκετά βαθιά ή για αρκετό χρόνο. δε διαθέτει επαρκή δεδομένα ή αποφασίζει για κάτι πολύ γρήγορα.

Ορισμένοι αισθάνονται ότι οφείλουν να έχουν για τούτο ή για εκείνο το ζήτημα μια γνώμη, και έτσι αναζητούν και βρίσκουν μια από αίσθηση καθήκοντος. Ορισμένοι δεσμεύονται από πολύ νέοι κι ύστερα βρίσκουν τις απόψεις τους απόλυτα φυσικές, ακριβώς όπως ένα τρένο που φεύγει από την Αθήνα για την Θεσσαλονίκη το βρίσκει απόλυτα φυσικό να φτάσει στη Θεσσαλονίκη κι όχι στη Βομβάη. Ορισμένοι δεν μπορούν ν’ αντέξουν την αβεβαιότητα και έτσι αναζητούν και βρίσκουν πολύ γρήγορα κάποια σιγουριά. Άλλοι ίσως να θαυμάζουν κάποιον και να υιοθετούν τις απόψεις του για να μοιάζουν περισσότερο μαζί του.

Πολλές απόψεις δεν είναι παρά ένας χρωματισμός του χαρακτήρα που έχει προκληθεί από το άμεσο περιβάλλον, όπως γίνεται με την ηλιοκαμένη όψη του κατοίκου της υπαίθρου και τη χλωμή του κάτοικου της πόλης. Υπάρχουν πράγματι χίλιοι τρόποι ν’ αποκτήσει κανείς μια όψη χωρίς να καταφύγει καθόλου στη λογική σκέψη. Προς θεού όμως, δε θέλω μ’ αυτό να πω ότι οι απόψεις του Νίτσε είναι οι μόνες λογικές και ότι όλοι πρέπει να τις υιοθετήσουν αυτοστιγμεί. Θα ήταν πολύ θλιβερό να καταλήξει κανείς να σκέφτεται έτσι αφού μελετήσει τον Νίτσε, και αρκετά άστοχο. Να μελετήσει κανείς τον Νίτσε, αποφασισμένος να τον απορρίψει, και να ξέρει το γιατί – αυτό θα ήταν περισσότερο εύστοχο. Και ακόμη περισσότερο εύστοχο θα ήταν να δει κανείς το γιατί θα μπορούσε να έχει δίκιο, να διακρίνει από ποια ακριβώς φόρμα σκέψης μπορούν να γεννηθούν τέτοιες απόψεις, να δει πόσοι τρόποι σκέψης υπάρχουν: κοντολογίς, να σταματήσει να είναι επιφανειακός. Το να μη ξέρει κανείς να βλέπει την αλήθεια σε περισσότερες από ενός είδους απόψεις είναι σαν να μην έχει αφήσει το δρόμο που γεννήθηκε.

Δυο παραδείγματα για το πώς ο Νίτσε θα μπορούσε να μας βοηθήσει να βλέπουμε ένα θέμα από παραπάνω από μια πλευρά του: η παρακμή και η δημοκρατία. Η decadence (ο Νίτσε χρησιμοποιεί πάντα τη γαλλική λέξη) είναι το κοινό, σχεδόν βασανιστικό θέμα και στα δυο βιβλία που συνθέτουν αυτό τον τόμο. Το βρίσκει παντού. Κρύβεται πίσω απ’ όλες μας τις εκτιμήσεις. Δε χρειάζεται να «συμφωνήσει» κανείς εδώ: Θα ήταν καλύτερο να παρακινηθεί κανείς να ρωτήσει «τι είναι παρακμή;»

Υπάρχουν στην κοινωνία μας άτομα που είναι φανερά παρακμασμένα, με την έννοια του εκφυλισμένου: έχουν ανάγκη από «ολοένα ισχυρότερα και συχνότερα ερεθίσματα» για να νιώσουν πως είναι ζωντανοί. Τι μπορούμε όμως να πούμε για εκείνους που κερδίζουν εκμεταλλευόμενοι αυτήν ακριβώς την παρακμή; Και για εκείνους που ελπίζουν να κερδίσουν επιτιθέμενοι σ’ αυτή την παρακμή; Είναι κι αυτοί επίσης «decadence»;

Και τι θα μπορούσε να πει κανείς για μια κοινωνία όπου η διέγερση των αισθήσεων πρέπει να γίνεται ολοένα και δυνατότερη για να φέρνει τα ίδια αποτελέσματα, όπου η «μόδα» από κάθε άποψη πρέπει ν’ αλλάζει σχεδόν με το μήνα για να παραμένει μοντέρνα, δηλαδή για να είναι ακόμη σε θέση να τραβά την προσοχή;

Είναι η σύγχρονη «ανεκτικότητα» κάτι το θετικό, ή είναι μια έλλειψη ενδιαφέροντος, μια ανικανότητα αυτοάμυνας, ενάντια στο καινούργιο και πιθανώς επιβλαβές. Η κοινωνία μας, στην ουσία, «αλλάζει» ή παρακμάζει; Δημοκρατία. Ο Νίτσε είναι γνωστός σαν αντιδημοκρατικός και πολλοί τον βλέπουν να στέκει διεστραμμένα αντίθετος με ολόκληρο το γενικό ρεύμα του σύγχρονου κόσμου. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε και εδώ επίσης: όταν επέκριναν τον Νίτσε για τις ηθικές του θεωρίες απαντούσε ρωτώντας «αν πράγματι έχουμε γίνει σαν άνθρωποι περισσότερο ηθικοί», και κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε κι εμείς οι ίδιοι ν’ αναρωτηθούμε αν έχουμε πράγματι γίνει περισσότερο δημοκρατικοί και αν πράγματι θέλουμε να γίνουμε.

Θεωρείται τον καθένα γύρω σας, άντρα ή γυναίκα, ίσο με σας, από κάθε οποιαδήποτε άποψη; Τι σημαίνει πολιτική δημοκρατία; Είναι κάτι ξεχωριστό από τη βιομηχανική δημοκρατία; Ποιος πραγματικά κυβερνά (εσείς κυβερνάτε;)  Έχουμε πλησιάσει περισσότερο σήμερα την πολιτιστική δημοκρατία, έχουμε πλησιάσει περισσότερο την ουσιαστική ισότητα στην πνευματική καλλιέργεια ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, απ΄ ότι το 1888, όταν γράφονταν το «Λυκόφως των Ειδώλων» και ο «Αντίχριστος;» (από το αποψινό πρόγραμμα της τηλεόρασης: κανάλι 1: το θρίλερ του Σαββάτου, «ο δολοφόνος ξαναχτυπά», κανάλι 2, ο Ρίλκε για τον Ροντέν. Τα προγράμματα αυτά ικανοποιούν δυο διαφορετικά γούστα ή δυο διαφορετικά είδη τηλεθεατών;) Πόση κοινωνική δημοκρατία υπάρχει στην Αγγλία, τη Ζάμπια, το Λένινγκραντ, τη Βοστόνη, τη Μασαχουσέτη; Θέλετε ολοκληρωτική δημοκρατία (για να παραφράσουμε τον δρα Γκαίμπελς) ή πιστεύετε πως έχουμε αρκετή, ή πως πρέπει να έχουμε λιγότερη; Ή μήπως δε θέλετε τίποτα παρά πολύ;

Καμμιά απ’ αυτές τις ερωτήσεις δεν μπορεί να απαντηθεί από τον Νίτσε, εκείνο που μπορεί να γίνει είναι να αντιληφθούμε, χάρη στο έργο του, πως υπάρχουν τρόποι θεώρησης του προβλήματος που δεν μας περνούν καν απ’ το μυαλό. Και το ίδιο συμβαίνει για εκατοντάδες άλλα «ερωτήματα», άλλα πρακτικά και άλλα θεωρητικά, οι απαντήσεις για τα οποία είναι περισσότερο ολοκληρωμένες σήμερα απ’ ότι ήταν πριν από ογδόντα χρόνια.

Print Friendly

Σχετικά άρθρα:

No related posts.

This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>